Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ελληνική Δημοκρατία Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

Ομιλία ΥΕΘΑ Δημήτρη Αβραμόπουλου στη Βουλή κατά τη συζήτηση επί της προτάσεως του ΣΥΡΙΖΑ για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής σχετικά με την παραχώρηση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά

«Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Η συζητούμενη σήμερα πρόταση για την Εξεταστική Επιτροπή που αφορά στη σύμβαση για τη ναυπήγηση των υποβρυχίων στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, εκτιμώ ότι τελικά δεν συμβάλλει, μέσα στο σημερινό ιδιαίτερα βαρύ πολιτικό κλίμα, στην επίλυση ενός πραγματικού προβλήματος, το οποίο είναι αλήθεια πως ταλαιπωρεί το ελληνικό κράτος και κάνει τον ελληνικό λαό πάνω από όλα να απορεί για περισσότερο από μια δεκαπενταετία.

Και είμαι βέβαιος, ότι όλες οι πολιτικές δυνάμεις μέσα σε αυτόν τον χώρο, έναν στόχο έχουμε:

Να γίνουν κατανοητές όλες οι πτυχές και διαστάσεις αυτού του προβλήματος, χωρίς περιττές αντιπαλότητες, διαξιφισμούς και να βρεθεί λύση για να προχωρήσουμε τελικά μπροστά. Δεκαπέντε χρόνια είναι πολλά και ίσως εγείρεται και ένα ερώτημα κατά πόσο και εμείς εδώ είμαστε σε θέση να δίνουμε λύσεις.

Είναι αλήθεια ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και μετά, πολιτικοί χειρισμοί εκείνης της περιόδου, οδήγησαν τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά αλλά και συνολικότερα την ναυπηγοκατασκευαστική βιομηχανία της χώρας, σε μια βαθειά προβληματικότητα, χωρίς οι πολλές προσπάθειες που έγιναν από τότε από όλες τις πλευρές, να έχουν μέχρι σήμερα αποδώσει.

Η ψήφιση του κυρωτικού νόμου 3885/2010, οπωσδήποτε απετέλεσε ένα νέο σταθμό στην προσπάθεια να επιλυθούν τα μακροχρόνια προβλήματα της λειτουργίας των ναυπηγείων με τη συμβατική πρόβλεψη για την ολοκλήρωση των προγραμμάτων ναυπήγησης και παράδοσης των νέων υποβρυχίων, τη διασφάλιση της λειτουργίας των ναυπηγείων Σκαραμαγκά και βέβαια, τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας.

Επιπλέον, και πρέπει να το υπογραμμίσω αυτό, η συμφωνία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την θέση σε μάχιμη υπηρεσία του υποβρυχίου «ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ», το οποίο τόσο πολύ είχε ταλαιπωρήσει το πολιτικό σύστημα και την κοινή γνώμη.

Ένα πραγματικό στολίδι για το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, το οποίο είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ και να διαπιστώσω την τεχνολογική αρτιότητα του σημαντικού αυτού πλεονεκτήματος του Ναυτικού μας, αλλά και της χώρας μας γενικότερα, σε μια περίοδο που η ασφάλεια του θαλάσσιου χώρου είναι προτεραιότητα.

Για τα υποβρύχια -επειδή ακούστηκαν κάποια πράγματα πριν- θα ήθελα να σας πω ότι αυτή τη στιγμή είναι σε επιχειρησιακή ετοιμότητα εννέα υποβρύχια, που αν χρειαστεί, διασφαλίζουν πλήρως την υπεροχή της χώρας μας στο θαλάσσιο χώρο, όχι μονάχα του Αιγαίου αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου. Συνεπώς μην ακούγονται πράγματα εδώ, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Το αμυντικό σύστημα της χώρας, παρά και πέρα από την οικονομική κρίση, κρατιέται σε υψηλό επίπεδο και αυτό χάρη στις άοκνες προσπάθειες του στελεχιακού μας δυναμικού, των Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και του τρόπου με τον οποίο διαχειριζόμαστε την υπόθεση της Άμυνας. Είναι δε, ένα από τα συγκριτικά πλεονεκτήματά μας στις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

Όταν αναλάμβανα την πρώτη θητεία μου στο Υπουργείο Άμυνας, είχα ζητήσει από τον Αρχηγό του Πολεμικού Ναυτικού τότε, να με ενημερώσει για το ζήτημα αυτό, δηλαδή την καθυστέρηση της κατασκευής των υποβρυχίων, ώστε να έχω στα χέρια μου, στη διάθεσή μου, όλα τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία, που θα μου επέτρεπαν να λάβω τις αποφάσεις που έπρεπε.

Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, με σημείωμά του στις 9 Δεκεμβρίου 2011, επί κυβερνήσεως Παπαδήμου, εκτιμούσε τα εξής:

  • Ότι είναι υπηρεσιακή ανάγκη του Πολεμικού Ναυτικού η παραλαβή των τεσσάρων υποβρυχίων.
  • Σε περίπτωση καταγγελίας των συμβάσεων από τον ανάδοχο, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη η παραλαβή τους από το Πολεμικό Ναυτικό.
  • Σε περίπτωση καταγγελίας θα απαιτηθούν νέες πιστώσεις για την ολοκλήρωση των εργασιών που παραμένουν ανεκτέλεστες.

Συνεχίζω να πιστεύω, κάτι που είχα πει και στην απάντησή μου στην επίκαιρη ερώτηση του Προέδρου της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, την 17η Οκτωβρίου.

Το θέμα των υποβρυχίων πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα, με ριζικές και διάφανες προσεγγίσεις και λύσεις.

Για το λόγο αυτό, σήμερα, υπό τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, το ξεχωρίζω ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας, από το γενικότερο θέμα των Ναυπηγείων.

Αποδίδοντας ωστόσο, τεράστια σημασία, κεφαλαιώδη θα έλεγα, και στο θέμα των εργαζομένων, κάτι που το έχω αποδείξει έμπρακτα και κατά την προηγούμενη και κατά τη σημερινή θητεία μου στο Υπουργείο Άμυνας.

Εξάλλου, είναι αυτονόητο, ότι όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους. Γιατί, η ολοκλήρωση των υποβρυχίων, λύνει εκ των πραγμάτων και το θέμα των εργαζομένων.

Των ανθρώπων αυτών, που βρίσκονται σήμερα χωρίς δουλειά και χωρίς μισθό, ενώ πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, και συνεχίζουν –και με τη βοήθεια του Δημοσίου όταν χρειάζεται– να φυλάσσουν και να προστατεύουν τα υποβρύχια, αυτήν την ιδιαίτερη και σημαντική περιουσία του ελληνικού λαού και του ελληνικού Έθνους, αλλά και γενικότερα να κρατούν τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά «ανοιχτά», όταν μάλιστα -σημειώστε το αυτό- τα έχουν κλείσει οι ίδιοι, οι ιδιοκτήτες τους.

Κάτι, που καθιστά βέβαια, δύσκολη έως αδύνατη οποιαδήποτε άμεση συνεννόηση μαζί τους, σε επίπεδο καθημερινότητας των Ναυπηγείων, με αποτέλεσμα ακόμα και τα λιγότερο σημαντικά θέματα που αφορούν στην οποιαδήποτε σημερινή λειτουργία τους, να βρίσκουν δύσκολα λύσεις.

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Το 2011, εγώ προσωπικά κάλεσα τον κ. Σάφα στην Αθήνα, προκειμένου να βρούμε λύση. Συναντηθήκαμε στο γραφείο μου, στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Το θυμόσαστε εξάλλου διότι είχαμε κάνει και δημόσιες ανακοινώσεις.

Τη συνάντηση αυτή, μού την είχε ζητήσει και ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ τότε, στην αλληλογραφία που ανταλλάξαμε την περίοδο εκείνη, κατά την οποία ο κ. Βενιζέλος -όπως θυμόσαστε- ήταν Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Οικονομικών.

Την επιστολή αυτή, έχω καταθέσει διαμέσου της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, μετά από σχετικό ερώτημα που μου υπέβαλλε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Κάλεσα λοιπόν τον κ. Σάφα στο γραφείο μου στην Αθήνα και του ζήτησα να προχωρήσει άμεσα η εκτέλεση των εργασιών.

Του ξεκαθάρισα ότι δεν είναι δυνατόν να γίνουν άλλες εκταμιεύσεις, χωρίς συγκεκριμένο και εγγυημένο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης και παράδοσης των τεσσάρων υποβρυχίων και της ναυπήγησης των δύο νέων υποβρυχίων, τύπου «214».

Σημασία έχει ότι συμφώνησε μαζί μου, καθώς και στην πρότασή μου για τη σύσταση μιας κοινής Επιτροπής. Απόφαση που δώσαμε στη δημοσιότητα με ανακοίνωση.

Στόχος της Επιτροπής ήταν να βρει λύση στο θέμα της διασύνδεσης των πληρωμών με την εξέλιξη των εργασιών, ώστε να είναι δυνατή η εκταμίευση της δόσης, κάτω από νέους όρους που είχαν ως προϋπόθεση βέβαια την τροποποίηση του Νόμου του 2010.

Αυτή η Επιτροπή σχηματίστηκε και συνήλθε δύο φορές και στη συνέχεια οι εκπρόσωποι των Ναυπηγείων αποχώρησαν μονομερώς, δηλώνοντας ότι «δεν τηρείται η συμφωνία του 2010». Δηλαδή, ότι «δεν τηρείται» η καταβολή των δόσεων, ανεξάρτητα εάν έχουν γίνει εργασίες ή όχι.

Κάτι που ωστόσο, ο κ. Σάφα είχε αποδεχθεί κατά τη συνάντησή μας. Διότι αυτό ακριβώς ήταν και το βασικό αντικείμενο της Επιτροπής που συστάθηκε και που θα οδηγούσε αναπόφευκτα το ανέφερα και πρωτύτερα, σε τροποποίηση του Νόμου 3885/2010.

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Στις δύο περιόδους που είχα και έχω την ευθύνη του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, από το 2011 και μετά, καταβάλλω προσπάθειες, επικεντρωμένες σε δύο άξονες:

α.     Στην προστασία των χρημάτων του Δημοσίου, και

β.     Στην παραλαβή και ενεργοποίηση των τεσσάρων υποβρυχίων που βρίσκονται στον Σκαραμαγκά σε φάση τελικών δοκιμών.

Επανερχόμενος δε, τον Ιούνιο του 2013 στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, διαπίστωσα ότι συνεχιζόταν η διακοπή της λειτουργίας των Ναυπηγείων.

Είχαν μάλιστα προσφύγει στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο (ICC) κατά του ελληνικού Δημοσίου και κατά των γερμανικών εταιρειών, ενώ οι προσπάθειες που είχαν γίνει ανάμεσα στους εκπροσώπους του ελληνικού κράτους και των εκπροσώπων των ΕΝΑΕ, δεν είχαν καταλήξει σε αποτέλεσμα.

Με λίγα λόγια, διαπίστωσα πλέον και θεσμικό αδιέξοδο.

Γεννώνται, λοιπόν, βασικά ερωτήματα που πρέπει να μας απασχολήσουν και σήμερα, ώστε να μη χάσουμε την ουσία και τον στόχο που ανέφερα στην αρχή και που πιστεύω ότι είναι στόχος όλων μας σ’ αυτή την αίθουσα.

Να μη χαθούμε δηλαδή σε αδιέξοδες συζητήσεις, αντιπαραθέσεις, που δεν θα οδηγήσουν πουθενά.

Τίθενται επομένως κάποια ερωτήματα:

Ερώτημα 1ο: Υπάρχει πρόβλημα στην εκτέλεση αυτής της συμφωνίας;

Απαντώ: Τεράστιο. Πράγματι υπάρχει.

Γιατί αντιμετωπίζουμε μια αντισυμβατική συμπεριφορά ενός ιδιώτη επενδυτή, που εμφανίσθηκε και τον δέχθηκαν κάποτε καλοπροαίρετα κάποιοι, με περγαμηνές, υποσχέσεις και δυνατότητες να λύσει το πρόβλημα των Ναυπηγείων και να οδηγήσει σε ανάπτυξη την κρίσιμη για την χώρα μας αυτή βιομηχανία.

Είναι αλήθεια ότι την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε άλλη λύση, από το να ξεκινήσει μία νέα περίοδος στο θέμα των υποβρυχίων.

Σε αυτό προσέβλεπε ο Νόμος 3885/2010, ο οποίος είναι αλήθεια ότι εγκαινίασε ένα νέο κεφάλαιο.

Στην εφαρμογή του όμως, υπήρξαν πολλές δυσκολίες σε συνδυασμό και με τη μη τήρηση, από την εργοδοσία των Ναυπηγείων, των υποχρεώσεών της.

Αντί λοιπόν να χαράξουμε μια κοινή διακομματική πολιτική ώστε να αντιμετωπίσουμε τον πραγματικά υπεύθυνο του προβλήματος, επιχειρούμε, με την πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής κατά συγκεκριμένων πράξεων, να γίνουμε εμείς οι ίδιοι, μέρος του προβλήματος, προς μεγάλη ικανοποίηση των πραγματικών υπευθύνων, δηλαδή των ιδιοκτητών των Ναυπηγείων.

Ερώτημα 2ο: Πρέπει να στραφούμε κατά του αντίδικου του ελληνικού κράτους του ελληνικού Δημοσίου, ιδιοκτήτη των Ναυπηγείων για να προασπίσουμε την περιουσία του Δημοσίου και τα συμφέροντά του, δημοσιονομικά και αμυντικά; Άμεσα, χωρίς καθυστερήσεις, εάν οποιαδήποτε προσπάθεια εξεύρεσης λύσης μαζί τους αποβεί και αυτή άκαρπη;(άσκηση)

Απάντηση: Χωρίς αμφιβολία, ναι. Όλοι συμφωνούμε γι’ αυτό.

Ερώτημα 3ο: Πρέπει να συζητήσουμε το παρόν και το μέλλον της ναυπηγικής και της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας;

Αναμφίβολα, η απάντηση είναι ναι.

Ερώτημα 4ο: Πρέπει να προστατέψουμε την απασχόληση στον κλάδο αυτό;

Φυσικά, ναι.

Ερώτημα 5ο: Θα απαντήσει θετικά στα σημαντικά αυτά ζητήματα η Εξεταστική Επιτροπή που ζητείται σήμερα από τη Βουλή;

Απαντώ: Φυσικά όχι.

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Υπάρχουν δυνατότητες και διαδικασίες να συζητήσουμε και να κάνουμε πολιτικό διάλογο στο πλαίσιο της Βουλής, χωρίς να επιχειρούμε κινήσεις πόλωσης μιας αρνητικής εξέλιξης.

Άλλωστε, οι ευθύνες εκείνων που πράγματι προκάλεσαν το πρόβλημα, αποδόθηκαν και αποδίδονται από την ελληνική Δικαιοσύνη με σειρά καταδικαστικών αποφάσεων.

Δεν έχει λοιπόν κανένα νόημα η συζήτηση αυτή σε αυτήν την περίοδο, αφού όλοι σ’ αυτήν την αίθουσα έχουμε καταδικάσει τους υπαίτιους και όλοι -έχει σημασία αυτό- επικροτούμε τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης!

Και ας μην ξεχνάμε, ότι η Δικαιοσύνη συνεχίζει την έρευνά της για όλη την περίοδο μέχρι και σήμερα.

Και τίποτε δεν πρόκειται να την σταματήσει.

Και για να είμαστε ειλικρινείς, η δικαιοσύνη, και είναι δική μου άποψη, αποδίδεται καλύτερα από τη Δικαιοσύνη παρά από τη Βουλή.

Το γνωρίζουμε. Και τα γνωρίζουμε όλα αυτά.

Προτείνω λοιπόν να παραμερίσουμε τις κομματικές στρατηγικές.

Γιατί το θέμα αυτό, είναι τόσο σοβαρό, τόσο κοστοβόρο, τόσο αναγκαίο για την εθνική μας Άμυνα, που δεν προσφέρεται για οποιαδήποτε εκμετάλλευση.

Ειδικότερα την περίοδο αυτή, που το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης έδωσε και συνεχίζει να δίνει τη μάχη του για τη διάσωση της αμυντικής βιομηχανίας, που όπως δήλωσα και πρόσφατα ενώπιον σας, είναι ένα θέμα που εμείς στο Υπουργείο Άμυνας το «έχουμε πάρει πάνω μας».

Και δικαιωθήκαμε με την επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων, στις οποίες συμμετείχα σε μια κρίσιμη καμπή τους και διαπίστωσα, ο ίδιος, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε.

Δυσκολίες τις οποίες διαχειρίστηκε με επιτυχία η Αναπληρώτρια Υπουργός κα Γεννηματά, με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Μια πραγματική επιτυχία της ελληνικής Κυβέρνησης και του Έλληνα Πρωθυπουργού, ο οποίος πριν από λίγες μέρες έθεσε το θέμα με επιτακτικότητα και αποφασιστικότητα στο Κολλέγιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες.

Και κάτι άλλο.

Σε λίγες μέρες από τώρα, η Ελλάδα προεδρεύει του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συνέρχεται αύριο στις Βρυξέλλες έχει ως κύριο θέμα την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, μέσα από την ανάδειξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, όπως οι ελληνικές, που ο Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς θα στηρίξει, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ελληνική αμυντική βιομηχανία.

Μία θέση που προβλήθηκε σε όλους τους τόνους, σε όλα τα κοινοτικά όργανα αλλά και στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας.

Και, έχουμε αγαπητοί συνάδελφοι, όλοι μας εδώ, κοινή αντίληψη για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος και της εθνικής ακεραιότητας και κυριαρχίας της χώρας μας.

Κανείς μας δεν υστερεί ή περισσεύει των άλλων, σε πατριωτική ευαισθησία.

Σύντομα, λοιπόν, θα πρέπει να ξανασυζητήσουμε στην αρμόδια Επιτροπή Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής μια συνολική οριστική λύση για την υπόθεση των υποβρυχίων, ώστε να τύχει πλήρους συνεννόησης και συναντίληψης.

Σε αυτό δεσμεύομαι ενώπιον του Κοινοβουλίου.

Κάθε δε, τελική απόφαση, θα έρθει για κύρωση στην Ολομέλεια και εξουσιοδότηση της Βουλής για την υπογραφή της, αφού περάσει βέβαια από την αρμόδια Επιτροπή Εξοπλισμών και το ΚΥΣΕΑ.

Και γι’ αυτό δεσμεύομαι ενώπιόν σας.

Εν τω μεταξύ, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με εντολή μου, έχει γίνει επεξεργασία σε τελική μορφή στο σύνολο των καταλογισμών κατά των Ναυπηγείων και της ιδιοκτησίας τους, καθώς και έναρξη της διαδικασίας δικαστικής διεκδίκησης των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου κατά των ΕΝΑΕ.

Έχει επίσης εκπονηθεί, σε συνεργασία με το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, σχέδιο για την ολοκλήρωση της παραλαβής των υποβρυχίων, αφού προηγουμένως διαπιστωθούν και καταλογισθούν τα ποσά που απαιτούνται για την αποκατάσταση των ζημιών που έχουν υποστεί τα υποβρυχίων, από την εγκατάλειψη των Ναυπηγείων.

Θα τεθεί άμεσα σε εφαρμογή τις επόμενες ημέρες, εάν διαπιστωθεί αδιέξοδο στις προσπάθειες που γίνονται.

Η Κυβέρνηση μας, η κυβέρνηση Σαμαρά, έχει πλήρη επίγνωση του ζητήματος.

Γι’ αυτό και επιδιώκει λύση. Άμεση λύση.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχει επιδείξει το προσωπικό του ενδιαφέρον για το ζήτημα αυτό, που μας κληροδότησε δυστυχώς το απώτερο παρελθόν.

Το ίδιο επιθυμούμε όλοι.

Το ίδιο, είμαι βέβαιος, επιθυμούν όλοι οι αρχηγοί των κομμάτων, όλα τα μέλη του Κοινοβουλίου.

Αποκλειστικός γνώμονας είναι για όλους μας η προάσπιση του εθνικού συμφέροντος, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος και βέβαια η ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης της χώρας.

Γι’ αυτόν τον λόγο, αγαπητοί συνάδελφοι, πιστεύω ότι η κατάθεση της πρότασης για τη συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής, τούτη την ώρα, δεν γίνεται πραγματικά για να βοηθήσει και γι’ αυτό η παράταξη μας και η κυβέρνηση δεν πρόκειται να την στηρίξει.

Σας ευχαριστώ πολύ».