Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ελληνική Δημοκρατία Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

Ομιλία ΥΕΘΑ Δημήτρη Αβραμόπουλου στη Διακοινοβουλευτική Διάσκεψη για τη κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας και την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας

«Θα ήθελα να σας καλωσορίσω στην Αθήνα, την ιστορική πρωτεύουσα της νέας μεγάλης μας χώρας της Ευρώπης, για μια τόσο σημαντική συνάντηση που εύχομαι να συμβάλει σε μια κοινή πολιτική, που έχουμε ξεκινήσει εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες, με απώτερο σκοπό, κάποια στιγμή να φτάσουμε στο ποθητό αποτέλεσμα που είναι η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.

Βρίσκομαι σήμερα κοντά σας εκπροσωπώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα Άμυνας και Ασφάλειας, στη δράση αυτή της Κοινοβουλευτικής Διάστασης της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως Προεδρεύων Υπουργός Άμυνας της Ευρώπης, σε μια περίοδο που η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει ολοένα και περισσότερο έμφαση στην Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας.

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να σας θυμίσω, ότι η Ελλάδα πάντοτε προωθούσε την ιστορική αναγκαιότητα και την πολιτική βαρύτητα της ευρωπαϊκής συνεργασίας στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας. Δεν είναι τυχαίο, ότι η τελευταία φορά που η Ευρώπη επικεντρώθηκε σε ζητήματα άμυνας ήταν ακριβώς δέκα χρόνια πριν, όταν πάλι τότε η Ελλάδα είχε την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τότε ήταν ακριβώς που ιδρύθηκε και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας.

Θα ήθελα, από την αρχή, να υπογραμμίσω τη σημασία των Εθνικών Κοινοβουλίων στη διαδικασία της  ευρωπαϊκής ενοποίησης για την εξασφάλιση της Δημοκρατίας στην Ε.Ε., ειδικότερα σε τομείς όπως αυτός της Ασφάλειας και της Άμυνας, που αποτελεί τομέα «υψηλής πολιτικής», γιατί αφορά άμεσα στην ειρήνη, τη σταθερότητα, την ασφάλεια, την ευημερία των πολιτών.

Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι,

Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, τόσο στο εσωτερικό της Ένωσης, όσο και στην άμεση και ευρύτερη γειτονιά της Ευρώπης, καταδεικνύουν την έντονη συνάφεια ανάμεσα στην εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια. Το τόξο αστάθειας, που εκτείνεται σήμερα από την Ουκρανία μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αφρικής, που κυκλώνει κατά κάποιο τρόπο την Ευρώπη, συνιστά μία απειλή για το εμπόριο, τις ενεργειακές οδούς, τον τουρισμό, την προσπάθεια που καταβάλλουν οι χώρες μας να επιτύχουν βιώσιμη ανάπτυξη. Ένα τόξο αστάθειας, που μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στο εσωτερικό των κρατών-μελών με απρόβλεπτες συνέπειες στην εσωτερική ασφάλεια, την ασφάλεια δηλαδή των πολιτών, και κατ’ επέκταση την τόσο απαραίτητη για τους καιρούς μας κοινωνική συνοχή.

Απέναντι σε αυτό το ασταθές διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον, η Ένωση οφείλει να ορίσει με σαφήνεια και να προασπίσει καταρχήν το γεωπολιτικό της συμφέρον. Σε περίπτωση που δεν το κάνουμε, κινδυνεύουμε οι ιστορικές εξελίξεις να μας ξεπεράσουν. Και όταν σε ξεπερνά η Ιστορία, τότε συνήθως αυτό που συμβαίνει είναι να χάνεις τον έλεγχο των γεγονότων, την ελευθερία σου να επηρεάσεις και να διαμορφώσεις τις εξελίξεις και τελικά να τρέχεις πίσω από αυτές, όπως η δραματική ιστορία του παρελθόντος της Ευρώπης έχει καταδείξει.

Η Ευρώπη του 21ου αιώνα, πρέπει να κοιτάξει κατάματα τη διεθνή πραγματικότητα και να συνειδητοποιήσει ότι η συνοχή και η ασφάλεια των κοινωνιών μας εξαρτάται πρώτα από όλα από τη διατύπωση του ευρωπαϊκού οράματος για την παγκόσμια ασφάλεια, σταθερότητα και ειρήνη, την ανάπτυξη ενεργητικής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, την προστασία των κοινών μας συνόρων και την ενίσχυση των ευρωπαϊκών μηχανισμών και δράσεων αμυντικής συνεργασίας και παρέμβασης.

Επιπροσθέτως, η ανάδυση νέων ανταγωνισμών πέραν των συνόρων της Ευρώπης, ανταγωνισμών γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής φύσεως ανάμεσα στη Ρωσία, τη Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αλλά και ανταγωνισμών στο πεδίο της ενεργειακής επάρκειας, καθιστούν την ενίσχυση της συνεργασίας των κρατών-μελών και την ανάπτυξη μιας αξιόπιστης, συνεκτικής, βιώσιμης και αυτόφωτης Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας, μια κρίσιμη για όλους μας αναγκαιότητα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι απαιτείται πολιτική βούληση για να ξεπεράσουμε τα στερεότυπα και τους μύθους του 20ου αιώνα. Να ξεπεράσουμε πάνω από όλα τον μύθο ότι στην σημερινή παγκόσμια εποχή μπορούμε ως ευρωπαϊκά έθνη-κράτη να αντιμετωπίσουμε από μόνα μας τις σύγχρονες προκλήσεις ασφάλειας. Η Ευρώπη καλείται να δώσει κοινή απάντηση στις σύγχρονες απειλές. Δεν μπορεί να εμμένει στο παρελθόν σε μια τόσο κρίσιμη καμπή της ιστορίας και να καθυστερεί να επιτελέσει τον εκ γενετής ρόλο της ως φορέα σταθερότητας, ευημερίας και ασφάλειας.

Κυρίες και κύριοι,

Αυτή ήταν και η κατεύθυνση που κατέδειξε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2013, το οποίο σηματοδότησε την απαρχή ενός κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος στον τομέα της άμυνας. Θα ήταν ουσιαστικό να ορίσουμε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2013 ως αφετηρία –και όχι ως αποτέλεσμα, ως τέρμα- για την εγκαθίδρυση ενός ολοκληρωμένου πολιτικού πλαισίου για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών και αμυντικών ζητημάτων. Είναι αλήθεια, ότι από το 2003, που υιοθετήθηκε η «Στρατηγική Ευρωπαϊκής Ασφάλειας» επί Ελληνικής Προεδρίας, έως και το 2008 που έγινε μια πρώτη αποτίμηση των ευρωπαϊκών πεπραγμένων σε αυτό το πεδίο, αλλά και  μέχρι το τέλος του 2013, δεν άλλαξαν και πάρα πολλά πράγματα στο συγκεκριμένο τομέα. Πρέπει να θεωρηθεί αφετηρία, λοιπόν, καθώς ήταν η πρώτη συνάντηση με θεματική της την άμυνα, η οποία επιβεβαίωσε ότι η ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της άμυνας θα συμβάλει στην ενίσχυση της ασφάλειας των πολιτών και θα συνεισφέρει καθοριστικά στο ζητούμενο της εποχής μας, την εγκαθίδρυση ειρήνης και σταθερότητας στη γειτονιά μας και τον κόσμο ολόκληρο.

Στην εποχή που οι αμυντικές δαπάνες συρρικνώνονται, ενώ αντίθετα, τα μέτωπα αστάθειας στον πλανήτη μας διευρύνονται και αυξάνονται, αποτελεί ακράδαντη πεποίθησή μου ότι τα κράτη πλέον δεν μπορούν παρά να συνενώσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες. Αλλιώς τότε είναι που θα τεθεί σε κίνδυνο η κυριαρχία και η αυτονομία τους.

Όπως κατέστησαν σαφές τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου, προτεραιότητα αποτελεί η ανάπτυξη μιας υγιούς και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης στον τομέα της άμυνας, η οποία θα είναι επωφελής για την ανάπτυξη, την απασχόληση και την καινοτομία στο βιομηχανικό τομέα της Ευρώπης.

Οι δράσεις προτεραιότητας που ορίστηκαν είναι τρεις:

   - πρώτον, η αύξηση της αποτελεσματικότητας, της προβολής και του αντίκτυπου της Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας,

   - δεύτερον, η ενίσχυση της ανάπτυξης των δυνατοτήτων και

   - τρίτον, η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας της Ευρώπης.


Για να επιτευχθεί αυτό, πρότεινα στο Συνέδριο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας στις Βρυξέλλες, πριν από λίγες ημέρες, τη μετατροπή του Οργανισμού σε επίσημη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε πυλώνα δηλαδή ανεξάρτητο και παράλληλο της πολιτικής και της οικονομικής ένωσης. Με άλλα λόγια, ήρθε η ώρα ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας, δηλαδή το European Defence Agency, με αυτά τα επιχειρήματα και αυτούς τους σκοπούς, να μετατραπεί σε Οργανισμό Ασφάλειας για την Ευρώπη, συμπληρωματικό ως προς το ΝΑΤΟ. Θα πρέπει στο εξής, ο στρατιωτικός/αμυντικός βραχίονας της Ένωσης να κινηθεί προς την κατεύθυνση μιας πιο αποτελεσματικής συνεργασίας με όλους τους εταίρους, παγκόσμιους και περιφερειακούς, σε πνεύμα συμπληρωματικότητας, αλληλοϋποστήριξης και συνοχής των δράσεων, οι οποίες οφείλουν να απαντούν σε όλο το πλέγμα των προκλήσεων εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας.

Η Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας πλέον θα κινηθεί προς την κατεύθυνση ανάληψης δράσεων στον τομέα της κυβερνοάμυνας, της θαλάσσιας ασφάλειας και της ενεργειακής ασφάλειας. Επίσης, στοχεύει στην ανάπτυξη συνεργειών από κοινού με τον τομέα ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης για την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης, του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας, αλλά και στη στήριξη προς τρίτες χώρες για την πιο αποτελεσματική διαχείριση των συνόρων, που είναι ένα θέμα που ταλανίζει τα κράτη-μέλη και ιδιαίτερα αυτά που αποτελούν σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και η δική μας χώρα, η Ελλάδα.

Ως προς την ενίσχυση της ανάπτυξης των δυνατοτήτων, πρέπει να εξασφαλίσουμε διαλειτουργικότητα, να θέσουμε τέλος στις αλληλοεπικαλύψεις και να εξασφαλίσουμε την αποτελεσματικότητα των πόρων. Και αυτό θα επιτευχθεί μέσω μιας καλύτερης και βαθύτερης συνεργασίας με το ΝΑΤΟ. Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικός είναι ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας στην ανάπτυξη τηλεκατευθυνόμενων αεροπορικών συστημάτων, των γνωστών RPAS, και της δυνατότητας εναέριου ανεφοδιασμού καυσίμων, στη δορυφορική επικοινωνία και στον κυβερνοχώρο.

Η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο μιας αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας και είναι μία από τις βασικές προτεραιότητες που έχει θέσει η Ελληνική Προεδρία. Για να επιτευχθεί μια εύρυθμη αγορά αμυντικού εξοπλισμού, αυτή πρέπει να είναι βασισμένη στη διαφάνεια. Η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2009 του 1981 αποτελεί σήμερα τη ρυθμιστική ραχοκοκαλιά της Ευρωπαϊκής Αγοράς Αμυντικών Εξοπλισμών και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό να τονίσουμε το ρόλο των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, ως ενός σημαντικού κρίκου στην αλυσίδα εφοδιασμού. Μέτρα πρέπει να ληφθούν, προκειμένου να κατοχυρωθεί ο ρόλος τους, ενώ ταυτόχρονα οι μεγάλες βιομηχανίες θα πρέπει να ενθαρρύνονται προκειμένου να αναθέτουν υπεργολαβίες σε Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις.  

Για να πετύχουμε μεγιστοποίηση των συνεργειών, είναι επίσης πολύ σημαντικό να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε στη βάση των συνεργατικών ερευνητικών προγραμμάτων που συμφωνήθηκαν το Δεκέμβριο και στα οποία ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας παίζει αδιαμφισβήτητα καθοριστικό ρόλο, καθώς καλείται να συλλέξει εμπειρογνωσία στον τομέα της Έρευνας και της Τεχνολογίας. Να συλλέξει δηλαδή τα εθνικά προγράμματα που θα μπορέσουν να συμβάλουν στην Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας.

Δράσεις προτάθηκαν επίσης και  για τη θέσπιση προτύπων και διαδικασιών πιστοποίησης, καθώς και για το σημαντικότατο τομέα της ασφάλειας του εφοδιασμού.

Είναι πολλά αυτά που μπορούμε να κάνουμε από κοινού, προκειμένου να αποφύγουμε τις διπλές προσπάθειες, να ξεπεράσουμε το σημερινό κατακερματισμό της ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς, να πετύχουμε καλύτερη σχέση κόστους και αποτελέσματος και τελικά να καταστήσουμε την Ευρώπη ικανή να διατηρεί μία ανταγωνιστική βάση αμυντικής βιομηχανίας και τεχνολογίας.

Σημαντικός είναι ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας, της Υπάτης Εκπροσώπου, αλλά ακόμη πιο σημαντικός είναι ο ρόλος και των κρατών-μελών και του κατ’ εξοχήν δημοκρατικού θεσμού μας, που είναι πιο κοντά στον πολίτη, τα Κοινοβούλια των χωρών-μελών της Ε.Ε. που εσείς εκπροσωπείτε.

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Τυχόν αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκφράσει μια συνεκτική, ολοκληρωμένη Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας θα αποβεί μοιραία για το μέλλον όχι μόνο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά και των ίδιων των κρατών-μελών. Θα πρέπει να προχωρήσουμε το συντομότερο δυνατό, δεδομένων και των εμπειριών που έχουμε αποκομίσει τα τελευταία χρόνια και εν όψει των νέων προκλήσεων, σε μία μεγαλύτερη εμβάθυνση της Ευρώπης, προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την ασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών.

Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ξεκίνησε από τον αμυντικό τομέα. Ο πρώτος ευρωπαϊκός Οργανισμός που ιδρύθηκε την επαύριον του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν αμιγώς αμυντικός, η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση. Η αιτία που μας έφερε κοντά ως ευρωπαϊκά έθνη και που οδήγησε την ιστορική πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν η βούληση των χωρών της Ευρώπης να μην βιώσουμε ποτέ ξανά την σύγκρουση και το αιματοκύλισμα.

Θα πρέπει προς τούτο, καθένας από εμάς, κάθε κράτος-μέλος να αναλάβει τις δικές του ιστορικές ευθύνες, σε μία εποχή που εκ των πραγμάτων δημιουργεί, γεννά νέα Ιστορία. Και αυτή είναι η σημασία της σημερινής μας συνάντησης. Όχι μόνο ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους Ευρωπαίους Πολίτες, που εκπροσωπείτε εσείς, κυρίες και κύριοι, σήμερα εδώ. Αλλά πολύ περισσότερο, σε καθαρά πρακτικό επίπεδο, η συμμετοχή των Ευρωπαίων Πολιτών στην επίτευξη ασφάλειας στο σπίτι τους, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την γειτονιά της.

Τα όσα μεσολάβησαν στα χρόνια από τότε που συστάθηκε η πρώτη αμυντική οργάνωση της Ευρώπης μέχρι σήμερα και οι μεγάλες προκλήσεις που προβάλουν ενώπιον μας, μας οδηγούν προς μία μόνο κατεύθυνση. Προς μια απόφαση που πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να σφραγίσει τη σημερινή εποχή και στην οποία θα αναφέρονται οι επόμενες γενεές πολιτών, αλλά και εκπροσώπων τόσο των Εθνικών, όσο και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: το ότι συνειδητοποιώντας την κατάσταση, πήραμε την ιστορική απόφαση να μην επιτρέψουμε να γυρίσει η Ευρώπη στο απώτερο παρελθόν της, να ξεπεράσουμε τους εθνικούς διαχωρισμούς, να χτυπήσουμε στη ρίζα το φαινόμενο του εθνικισμού και του λαϊκισμού, που εξακολουθεί δυστυχώς ανησυχητικά να αναδύεται στο Ευρωπαϊκό τοπίο και που αν δεν πάρουμε τα μέτρα μας, μπορεί το επόμενο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να είναι το πρώτο στην ιστορία που θα έχει και αντί – ευρωπαϊκές δυνάμεις στους κόλπους του. Και αυτή είναι η ευθύνη και των Εθνικών Κοινοβουλίων και των Εθνικών πολιτικών.

Πάντοτε όμως, όλα αυτά πρέπει να οδηγούν σε έναν στόχο - μεσοπρόθεσμο σε αυτή τη φάση:  να προωθήσουμε πολιτικές που θα οδηγούν στην πολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης. Διότι σε αυτήν την πορεία, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι έχουμε μείνει πίσω.

Η Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας ένας ακόμα σταθμός μπροστά  στον κοινό μας στόχο μιας πιο ολοκληρωμένης πολιτικά Ευρώπης, που είναι το όραμα μιας γενιάς που υπέφερε. Εμείς δεν πρέπει να βιώσουμε τα ίδια για να αντιληφθούμε ότι έχουμε εξίσου μεγάλο μέρισμα ευθύνης για το μέλλον της νέας μεγάλης μας χώρας.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας».