Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ελληνική Δημοκρατία Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

Ομιλία ΥΕΘΑ Δημήτρη Αβραμόπουλου στο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Βιομηχανία

•    Το Συνέδριο έπεται των Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 2013.

•   Το μακροπρόθεσμο ευρωπαϊκό όραμα πρέπει κυρίως να βασίζεται στην ενίσχυση και την εφαρμογή μιας αξιόπιστης, συνεκτικής, βιώσιμης και αυτόφωτης Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, που να μην γίνεται αντιληπτή ως πλεονάζουσα πολυτέλεια, αλλά ως κρίσιμη αναγκαιότητα, η οποία επιβάλλεται από την αστάθμητη ρευστότητα των παγκόσμιων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.

•    Να εγκαινιάσουμε μια νέα στρατηγική εποχή στις σχέσεις αμυντικής βιομηχανίας και πολιτικής.

•   Οι κυβερνήσεις έχουν πλέον συνειδητοποιήσει  ότι το προηγούμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν σήμανε το τέλος της Άμυνας, αλλά την απαρχή ενός νέου κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος στην Άμυνα.

•    Η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2009/81/ΕΕ προκάλεσε έντονη ανησυχία στην Ε.Ε., διότι κατήργησε τη εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή και τα αντισταθμιστικά οφέλη, στα οποία βασίζονταν πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ).

•   Πρέπει να ληφθούν μέτρα προκειμένου να κατοχυρωθεί ο ρόλος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα οι μεγάλες βιομηχανίες θα πρέπει να ενθαρρύνονται προκειμένου να αναθέτουν υπεργολαβίες σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

•    Τα ευρωπαϊκά κράτη θα πρέπει να καλύπτουν τις ανάγκες τους κυρίως από την ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά.

•    Η ελληνική Προεδρία έχει θέσει ως μία εκ των προτεραιοτήτων της την προώθηση του ρόλου τους και της ανεμπόδιστης πρόσβασής τους στην αμυντική αγορά.

•  Η Ελλάδα δεσμεύεται απολύτως να εργαστεί κατά το διάστημα της Προεδρίας της, σύμφωνα με τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς την κατεύθυνση της προαγωγής της αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της Άμυνας.


Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας

«Κύριε Πρόεδρε, Κύριε Αντιπρόεδρε, αξιότιμοι Επίτροποι, κυρίες και κύριοι,

Αποτελεί πραγματικά μεγάλη χαρά και τιμή το να συμμετέχω σε ένα τόσο σημαντικό συνέδριο για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Βιομηχανία.

Θα ήθελα να ξεκινήσω υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι αυτό το Συνέδριο έπεται των Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 2013. Θεωρώ ότι τα επιτεύγματα του Συμβουλίου θέτουν το γενικό πλαίσιο για την εφαρμογή των πρωτοβουλιών της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας.

Σήμερα, εξαιτίας των ταχύτατα μεταβαλλόμενων εξελίξεων, οι αξίες μας και τα συμφέροντά μας βρίσκονται αντιμέτωπα με συνεχείς προκλήσεις στις οποίες οφείλουμε να απαντούμε. Γι’ αυτό το λόγο, υποστηρίζω θερμά τη θέση του προέδρου Μπαρόζο ότι «δεν θα έχουμε τη βαρύτητα που χρειαζόμαστε χωρίς μια κοινή Αμυντική Πολιτική» και θα προσθέσω ότι το μακροπρόθεσμο ευρωπαϊκό όραμα πρέπει κυρίως να βασίζεται στην ενίσχυση και την εφαρμογή μιας αξιόπιστης, συνεκτικής, βιώσιμης και αυτόφωτης Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, που να μη γίνεται αντιληπτή ως πλεονάζουσα πολυτέλεια, αλλά ως κρίσιμη αναγκαιότητα, η οποία επιβάλλεται από την αστάθμητη ρευστότητα των παγκόσμιων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.  

Αυτό σημαίνει ότι στη διαμόρφωση της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, θα πρέπει να προβλέπουμε όλες τις αναγκαίες δράσεις όχι μόνο για την εξασφάλιση της πολιτικής στήριξης, αλλά και για την εγκαθίδρυση της θεσμικής και νομικής βάσης, η οποία θα διευκολύνει την παράλληλη ανάπτυξη του τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, ο οποίος θα παρέχει τα εργαλεία για τη διαδραστική συνέργεια πολιτικής και υποστηρικτικών μέσων.

Αυτό ακριβώς κάνουμε εμείς εδώ σήμερα. Είμαστε εδώ για να επιβεβαιώσουμε την πολιτική στήριξη του Συμβουλίου στον τομέα της Αμυντικής Βιομηχανίας και για να χαιρετίσουμε νέες απόψεις, νέες ιδέες και νέες αντιλήψεις από τους βασικούς παίκτες. Προσδοκούμε επίσης να λάβουμε τη συλλογική πείρα όλων των συμμετεχόντων και – αν κριθεί απαραίτητο- να τη μετατρέψουμε σε συγκεκριμένη πράξη.
Παρά τους σημερινούς οικονομικούς περιορισμούς, πιστεύω ακράδαντα ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας σπάνιας ευκαιρίας, η οποία απορρέει από τη βέβαιη πρόθεσή μας να εργαστούμε από κοινού προκειμένου να αναπτύξουμε έναν υγιή και ανταγωνιστικό τομέα αμυντικής βιομηχανίας. Είναι καιρός να αντιληφθούμε τις αναδυόμενες μεταβολές και να ξεπεράσουμε τις όποιες διαπιστωμένες θεσμικές ανησυχίες, να προγραμματίσουμε τις περαιτέρω δράσεις μας και να εγκαινιάσουμε μια νέα στρατηγική εποχή στις σχέσεις αμυντικής βιομηχανίας και πολιτικής.   
 
Η μείωση των αμυντικών δαπανών και η αύξηση του διεθνούς ανταγωνισμού καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι τα έθνη-κράτη δεν μπορούν να προχωρήσουν από μόνα τους. Οι κυβερνήσεις έχουν πλέον συνειδητοποιήσει  ότι το προηγούμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν σήμανε το τέλος της Άμυνας, αλλά την απαρχή ενός νέου κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος στην Άμυνα.  

Βεβαίως, η οικονομική κρίση και οι επακόλουθες μειώσεις στους αμυντικούς προϋπολογισμούς επιδείνωσαν την κατάσταση. Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν είναι πώς θα πετύχουμε την ανάκαμψη της αμυντικής βιομηχανίας σε ένα περιβάλλον οικονομικών δυσχερειών. Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας είναι πολύ σημαντικός προς αυτήν την κατεύθυνση –και θα πρέπει σε αυτό το σημείο να επαινέσω την κυρία Claude France Arnould για την εμπνευσμένη καθοδήγηση και διαχείριση- ο οποίος εστιάζει πρωταρχικά σε προγράμματα, πιστοποίηση και τυποποίηση, καθώς και στην εγκαθίδρυση πλαισίου για συνεργασίες.

Η εξασφάλιση μεγαλύτερων δυνατοτήτων για την Ευρωπαϊκή Άμυνα είναι καίριας σημασίας για όλους εμάς και η Έρευνα και Τεχνολογία είναι στο επίκεντρο της ενίσχυσης της ικανότητάς μας να αντιμετωπίζουμε κρίσεις. Ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα τη Έρευνας και της Τεχνολογίας θα αποτρέψει επανάληψη των κατά τόπους εθνικών επενδύσεων και θα οδηγήσει σε οικονομίες κλίμακας.

Η Oδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2009/81/ΕΕ εισηγείται συγκεκριμένη ευρωπαϊκή νομοθεσία και εισάγει τις αρχές της εσωτερικής αγοράς στην αγορά της εθνικής άμυνας των κρατών-μελών. Αυτή η Οδηγία αποτελεί σήμερα τη ρυθμιστική ραχοκοκαλιά της Ευρωπαϊκής Αγοράς Αμυντικού Εξοπλισμού. Επιπροσθέτως, η εν λόγω Οδηγία ενισχύει την ανταγωνιστικότητα εντός Ε.Ε. και προάγει τη συνεργασία.  

Παρόλα αυτά, αυτή η οδηγία προκάλεσε έντονη ανησυχία στην ΕΕ διότι κατήργησε τη εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή και τα αντισταθμιστικά ωφελήματα, στα οποία βασίζονταν πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ). Αυτό το γεγονός αποτελεί απειλή για τη βιωσιμότητα αυτών των επιχειρήσεων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η βιομηχανική βάση των μικρότερων κρατών-μελών αποτελείται από τέτοιου είδους επιχειρήσεις.  

Η τεχνολογική υστέρηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που οφείλεται στην αδυναμία τους να επενδύσουν στον τομέα της έρευνας δυσχέρανε τις προσπάθειές τους να ανταγωνιστούν τους μεγάλους παραγωγούς της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας αγοράς.  

Επομένως, πρέπει να ληφθούν μέτρα προκειμένου να κατοχυρωθεί ο ρόλος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα οι μεγάλες βιομηχανίες θα πρέπει να ενθαρρύνονται προκειμένου να αναθέτουν υπεργολαβίες σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις.   

Η προώθηση των διεθνών συνεργειών προς μια κόγχη αγοράς στη βάση του αμοιβαίου οφέλους, η κάλυψη των λειτουργικών αναγκών από την εγχώρια ευρωπαϊκή παραγωγή και η έρευνα και ανάπτυξη βάσει μιας καινοτόμου προσέγγισης παραγωγής αγαθών προσαρμοσμένων στις ανάγκες της αγοράς θα μπορούσαν να αποτελέσουν τμήμα της απάντησης στην ανωτέρω ερώτηση.

Η αυξανόμενη ανταγωνιστικότητα που ενδεχομένως να μη βασίζεται σε πολιτικές που παράγουν πρότυπα συγκριτικής αξιολόγησης (benchmarking policies), αλλά στη στρατηγική της διαφοροποίησης, θα μπορούσε να ήταν ένας παράγων για την εγκαινίαση νέων ολιστικών καινοτόμων στρατηγικών. Οι στρατηγικές αυτές θα ήταν σε θέση να μειώσουν τη σπατάλη και να βελτιστοποιήσουν τη χρήση ανασυγκροτημένων πόρων (de-fragmented resources) σε όλα τα στάδια της παραγωγής, να αποτρέψουν τις διπλές προσπάθειες, ενώ ταυτόχρονα να παρέχουν ένα προαιρετικό οδηγό (main driver) για βέλτιστες προσδοκίες. Οι βιομηχανίες θα πρέπει να εγγυώνται την ασφάλεια στην αλυσίδα του εφοδιασμού βασιζόμενες σε μία συνολική ευρωπαϊκή στρατηγική για τις πρώτες ύλες.

Όλες αυτές οι πρακτικές επιβάλλουν τη δημιουργία μιας γνήσιας εσωτερικής αγοράς, η οποία όχι μόνο θα εγγυάται, αλλά και θα προωθεί και θα διαφυλάσσει τη δίκαιη πρόσβαση σε όλες τις επιχειρήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτρέποντας αποκλεισμούς και πρακτικές διάκρισης. Τα ευρωπαϊκά κράτη θα πρέπει να καλύπτουν τις ανάγκες τους κυρίως από την ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά. Βεβαίως, λαμβάνουμε υπόψη μας ότι οι απαιτήσεις στην άμυνα ήταν –και θα είναι ακόμα περισσότερο- πολύ υψηλές, δεδομένου ότι σχετίζονται με το ευαίσθητο ζήτημα της ασφάλειας και τα κράτη επιθυμούν πάντοτε τις βέλτιστες λύσεις προς την κάλυψή τους στο θέμα αυτό.

Δεν θα πρέπει να περιθωριοποιήσουμε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει να γίνουν αντιληπτές ως η καρδιά της ευρωπαϊκής καινοτομίας στον αμυντικό τομέα. Η Ελληνική Προεδρία έχει θέσει ως μία εκ των προτεραιοτήτων της την προώθηση του ρόλου τους και της ανεμπόδιστης πρόσβασής τους στην αμυντική αγορά. Δεδομένου του ότι οι ανεπτυγμένες αμυντικές αγορές βρίσκονται εκτός των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να επανεκτιμήσουμε της αποτελεσματικότητα των εργαλείων της ΕΕ προκειμένου να εξασφαλίσουμε και να προωθήσουμε περαιτέρω την εξωστρέφεια της πολιτικής περί μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υποτιμούμε το γεγονός ότι οποιαδήποτε διακύμανση στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας θα αποτυπωθεί άμεσα στο μεγάλο αριθμό των εργαζομένων σε αυτόν τον τομέα.

Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να συνδυάσουμε φιλοδοξία με ρεαλισμό κατά τη διαμόρφωση της ατζέντας της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας για τα επόμενα χρόνια. Τώρα είναι καιρός για δράση και γρήγορα αποτελέσματα προκειμένου να διατηρήσουμε την ορμή που ήδη έχουμε κατακτήσει.

Θα ήθελα να στείλω ένα μήνυμα προς όλους τους συμμετέχοντες: η Ελλάδα δεσμεύεται απολύτως να εργαστεί κατά το διάστημα της Προεδρίας της σύμφωνα με τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς την κατεύθυνση της προαγωγής της αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της Άμυνας.  

Οι προκλήσεις σε αυτό το Συνέδριο είναι σημαντικές και είμαι βέβαιος ότι θα πετύχετε τους στόχους. Σας εύχομαι παραγωγικές συζητήσεις και επιτυχή αποτελέσματα».