Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ελληνική Δημοκρατία Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

Ομιλία ΥΕΘΑ κ. Π. Μπεγλίτη σε Ημερίδα Ελλήνων Πρέσβεων στο Υπουργείο Εξωτερικών (28.07.2011)

Αγαπητέ Υπουργέ των Εξωτερικών, φίλε Σταύρο Λαμπρινίδη,

Κυρίες και Κύριε,

Κύριε Γενικέ Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, Πρέσβη κύριε Ζέππο, Αγαπητές Φίλες και Αγαπητοί Φίλοι,

Με ιδιαίτερη συγκίνηση, ξαναβρίσκομαι στο Υπουργείο Εξωτερικών, αποδεχόμενος την πρόσκληση της πολιτικής ηγεσίας και του Υπουργού Εξωτερικών, να συμμετάσχω σ’ αυτή την ημερίδα για τους πρέσβεις μας στο εξωτερικό.

Το γεγονός ότι ήρθα μαζί με τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και Υπουργό των Οικονομικών τον κ. Βενιζέλο, θέλει να υποδηλώσει, με την παρουσία και του Υπουργού Εξωτερικών, ότι η οικονομική πολιτική, η εξωτερική πολιτική και η αμυντική πολιτική, συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα αυτού που ονομάζεται εθνική ισχύς.  Με άλλα λόγια, συνθέτουν μια κρίσιμη μάζα εθνικής ισχύος για κάθε χώρα. Βέβαια, οι προτεραιότητες της χώρας σήμερα είναι διαφορετικές, είναι πολύ πιο σύνθετες, από έναν χώρο ασφαλώς εξαιρετικής εθνικής ευαισθησίας, αλλά στα μετόπισθεν.  Εξάλλου και ο τίτλος το λέει, είμαστε στην άμυνα. Όμως, η δημοσιονομική συγκυρία , η οικονομική, η παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, ορίζουν και τις προτεραιότητες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας της χώρας.

Είσαστε, συνάδελφοι πρέσβεις στην Ευρώπη, σ’ όλο τον κόσμο και γνωρίζετε σήμερα τι βαθιές επιπτώσεις έχει η κρίση στους αμυντικούς προϋπολογισμούς, στη συγκρότηση των Ενόπλων Δυνάμεων, στις επιλογές και προτεραιότητες των πολιτικών ηγεσιών των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας.  Αυτή η κρίση, επηρέασε και πιστεύω ότι θα συνεχίσει να επηρεάζει καταλυτικά, τις πολιτικές των κυβερνήσεων στο χώρο της άμυνας.  Δείτε π.χ. στην Ευρώπη τις πολιτικές επιλογές, που μειώνονται κάθετα οι προϋπολογισμοί των αρμόδιων Υπουργείων, με συνέπειες στη μείωση των αμυντικών εξοπλισμών, με συνέπειες ακόμα και στις οροφές δυνάμεων και οπλικών συστημάτων.

Ας δούμε π.χ. την πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Ομπάμα, στις δυο εκδοχές των Υπουργών Άμυνας, τόσο με τον Ρόμπερτ Γκέιτς όσο και με τον νέο Λίον Πανέτα, οι οποίοι αποφασίζουν στο πλαίσιο των νέων πολιτικών, της νέας οικονομικής πολιτικής, να μειώσουν κάθετα και πρωτόγνωρα, για τα ιστορικά τουλάχιστον μεταπολεμικά χρονιά, τον αμυντικό προϋπολογισμό για την επόμενη 5ετία και βεβαίως, συνακόλουθα, να μειώσουν τις οροφές στρατιωτικού προσωπικού και αμυντικών εξοπλισμών.

Είμαι βέβαιος ότι παρακολουθείτε τα διεθνή Μέσα Ενημέρωσης και τα διεθνή περιοδικά, που μόλις πρόσφατα, την τελευταία εβδομάδα, ο Economist είχε ένα πολύ μεγάλο άρθρο, που αναφερόταν στις τρομακτικές οικονομικές δυσκολίες για την ολοκλήρωση του προγράμματος για τα αεροπλάνα F35 στις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο ενδιαφέρει την Ευρώπη, ενδιαφέρει την Ελλάδα στον ευρύτερο στρατηγικό της σχεδιασμό και ενδιαφέρει πολλές άλλες χώρες οι οποίες συμμετέχουν σ’ αυτό το πρόγραμμα.   Ανάλογες πολιτικές περικοπών υπάρχουν σήμερα στην Ευρώπη, με την Γερμανία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο  Βασίλειο, να προχωρούν σε φιλόδοξες τομές, τόσο οικονομικές, όσο και λειτουργικές, στο χώρο των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας.

Είναι γεγονός ότι η αμυντική πολιτική με την εξωτερική πολιτική, συνθέτουν διαλεκτικά ένα ισχυρό δίδυμο, που στόχο έχει να υπερασπίσει τα εθνικά συμφέροντα της χώρας.  Αυτό που λέμε πολύ συμβατικά, με ουσιαστικό όμως περιεχόμενο, εδαφική ακεραιότητα, εθνική ανεξαρτησία, εθνική κυριαρχία και εθνική περηφάνια και αξιοπρέπεια ενός λαού και μιας χώρας.

Άρα λοιπόν, πέρα από το ότι ψυχολογικά αισθάνομαι πάντα ως μέρος του Υπουργείου Εξωτερικών, αντικειμενικά τα δυο Υπουργεία λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, με προεξάρχοντα το ρόλο του Υπουργείου Εξωτερικών και με έναν ρόλο λειτουργικής και ουσιαστικής υποστύλωσης των διαπραγματευτικών μας θέσεων από την πλευρά του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Ένα ερώτημα καθ’ όλα εύλογο που θα μπορούσε να τεθεί είναι: “μα καλά σε συνθήκες κρίσης, σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας, σε συνθήκες που βιώνουμε ως λαός και ως χώρα, μπορεί κανείς να αισθάνεται ασφαλής από την πλευρά της Εθνικής Άμυνας, όταν προχωράτε στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας σε περικοπές, σε λειτουργικές δαπάνες, σε αμυντικούς εξοπλισμούς;”

Αγαπητοί συνάδελφοι πιστεύω, ότι αυτό το ερώτημα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν πίστεψα ποτέ, πολύ περισσότερο σήμερα, εμπειρικά, ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας και έχοντας βιώσει 22 μήνες άσκησης κυβερνητικής εξουσίας, ότι τα χρήματα κάνουν πάντα και τους ισχυρούς στρατούς.  Οι πόροι και οι αμυντικοί προϋπολογισμοί δεν είναι πάντα ευθέως ανάλογοι της ισχύος και της αποτρεπτικής δύναμης των Ενόπλων Δυνάμεων μιας χώρας. Πολύ περισσότερο, όταν έχουμε όλοι την εμπειρία των τελευταίων 40 χρόνων στην Ελλάδα, που ο χώρος της Εθνικής Άμυνας, αποτέλεσε, να το πω έτσι, ένα «ταμπού» για όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Ένα μικρό κράτος μέσα στο ευρύτερο κράτος. Ένας χώρος που ο κοινοβουλευτικός έλεγχος δεν ασκήθηκε ποτέ. Που η Βουλή δεν ασχολήθηκε ποτέ με τις αμυντικές δαπάνες, παρά μόνο με την ευρύτερη πολιτική συναίνεση, υποστηρίζαμε και ψηφίζαμε όλοι τις αμυντικές δαπάνες.

Αυτό δεν μας βγήκε πάντα σε καλό. Γιατί μπορεί να είχαμε υψηλούς προϋπολογισμούς στην άμυνα σε σχέση με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, μπορεί να είχαμε τεράστιες αγορές οπλικών συστημάτων μετά την μεταπολίτευση, δεν είμαι όμως καθόλου βέβαιος, εάν είχαμε μια ισορροπία στην σχέση κόστους και οφέλους.  Αν δηλαδή, με άλλα λόγια, είχαμε εξισορροπήσει την αμυντική και στρατιωτική ισχύ, με το τεράστιο κόστος που δαπανήσαμε στην Εθνική Άμυνα.  Το λέω αυτό, γιατί κυρίαρχη άποψη όλων των κομμάτων εξουσίας και των κυβερνήσεων μετά το ’74 ήταν μια άποψη ποσοτική, μια “εκτατική”, να μου επιτρέψετε να πω, προσέγγιση από την πλευρά των αμυντικών προϋπολογισμών στο όνομα υπαρκτών πάντα απειλών.

Όμως, οι πραγματικές και ουσιαστικές επιχειρησιακές ανάγκες της χώρας δεν μετρήθηκαν, δεν αξιολογήθηκαν, και πολλές φορές βρεθήκαμε να διαχειριζόμαστε, εκόντες – άκοντες, ένα είδος τεχνητής ζήτησης στο χώρο της άμυνας και των αμυντικών εξοπλισμών.  Αυτή η κατάσταση - και όχι μόνο γιατί βιώνουμε μια οικονομική κρίση - δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Γιατί εάν συνεχιζόταν, και χωρίς την οικονομική κρίση, αργά ή γρήγορα, η χώρα θα βρισκόταν μπροστά σε τεράστια αδιέξοδα. Αδιέξοδα χρηματοδότησης του κοινωνικού κράτους, αδιέξοδα χρηματοδότησης ενός κοστοβόρου χώρου, όπως είναι η Εθνική Άμυνα. Έπρεπε να γίνουν τομές και έπρεπε να αξιοποιήσουμε, ακόμα και ως πρόσχημα αν θέλετε, την οικονομική κρίση, για να είμαι ειλικρινής, για να μπορέσουμε  να επιφέρουμε ριζικές αλλαγές και αντιλήψεις σε δομές και σε πολιτικές στο χώρο της Εθνικής Άμυνας.

Με άλλα λόγια εννοώ ότι, ακόμα και αν δεν υπήρχε η οικονομική κρίση, έπρεπε να την ανακαλύψουμε, να την εφεύρουμε, για να ταρακουνήσει συθέμελα δογματικές προσεγγίσεις ή εφησυχασμούς σ’ αυτό το χώρο της Άμυνας.

Άρα λοιπόν, από ένα ποσοστό που κυμαινόταν για πάρα πολλά χρόνια πάνω από το 5,5% έφθασε σχεδόν 6% του ΑΕΠ αμυντικών δαπανών, σταδιακά έχουμε φθάσει σήμερα στο 2,13 % του ΑΕΠ.  Κάθε χρόνο έχουμε μια σχετική μείωση,από το 2009 που έχουμε την ευθύνη άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας. Το 2010 έκλεισε ο προϋπολογισμός με 2,49% του ΑΕΠ για να φθάσουμε σήμερα 2,13%. Ελπίζουμε να κλείσει σ' αυτό το ποσοστό ο αμυντικός προϋπολογισμός στο τέλος του 2011.

Θα με ρωτήσετε ως πολιτικό προϊστάμενο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας: “σας έχει επηρεάσει σε βασικές επιλογές, αυτή η μείωση;”

Αγαπητοί συνάδελφοι θα σας πω, όχι. Μπορεί να σας παραξενέψει αυτό, να φανεί παραδοξολογικό για την αντίληψη που και εγώ συμμεριζόμουν για πάρα πολλά χρόνια. Ειναι όμως η αλήθεια. Ούτε στις λειτουργικές δαπάνες, στις δαπάνες δηλαδή καθημερινής λειτουργίας ενός μεγάλου Οργανισμού όπως είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις, που αριθμούν περίπου 140.000 ενστόλων και περίπου 20.000 πολιτικού προσωπικού.  Ούτε λοιπόν στις λειτουργικές δαπάνες δεν είχαμε επίδραση, αλλά ούτε και στους αμυντικούς εξοπλισμούς. Γιατί μια χώρα δεν είναι, ούτε πρέπει να αισθάνεται ισχυρή, αν αγοράζει συνεχώς όπλα.  Μια χώρα μπορεί και πρέπει να αισθάνεται ισχυρή, αν αξιοποιεί τα οπλικά της συστήματα στο έπακρο. Να έχει δηλαδή πλήρη επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και ετοιμότητα.  Αυτό το στοιχείο, αυτό το κριτήριο, ποτέ δεν ήταν σε υψηλά επίπεδα στη χώρα μας και στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.

Άρα λοιπόν, πριν μιλήσουμε για αμυντικούς εξοπλισμούς και νέες αγορές, θα πρέπει να δούμε - και αυτό κάνουμε 22 μήνες - πώς θα αξιοποιήσουμε το υπάρχον αμυντικό υλικό, πώς θα το εντάξουμε στη νέα πολιτική άμυνας και ασφάλειας, πώς θα το συνδέσουμε ενεργητικά και λειτουργικά με τη νέα δομή διοίκησης και με την νέα δομή δυνάμεων, που έχουμε υιοθετήσει στο Υπουργείο ΄Αμυνας.  Πώς μέσα από αγορά ανταλλακτικών, οπλικά συστήματα που έχουν ένα όριο ηλικίας και επιχειρησιακής ικανότητας, θα μπορέσουμε να μεγιστοποιήσουμε αυτό το όριο.

Δεν είναι εύκολες αυτές οι επιλογές. Πολύ περισσότερο – όπως σας είπα – όταν έχουμε βιώσει όλοι αντιλήψεις και πρακτικές που βρίσκονται στον αντίποδα.  Όμως οφείλαμε να το κάνουμε και το κάνουμε, χωρίς να υπολογίζουμε το πολιτικό κόστος, χωρίς να υπολογίζουμε διάφορες ανέξοδες κραυγές ενός κατασκευασμένου πατριωτισμού. Να προχωρήσουμε στην εμπέδωση ενός νέου αισθήματος εθνικής ασφάλειας στη χώρα, πολύ περισσότερο σ’ αυτή την συγκυρία, που ρηγματώνεται η κοινωνική συνοχή, κλονίζεται η αυτοπεποίθηση του λαού.

Εμείς πρέπει να το εμπεδώσουμε ενισχύοντας τις Ένοπλες Δυνάμεις ουσιαστικά. Οι αλλαγές στις οποίες έχουμε προχωρήσει, δεν αναφέρονται ασφαλώς, μόνο στην διαμόρφωση ενός νέου θεσμικού πλαισίου για τις αμυντικές προμήθειες, χώρος εξαιρετικά επιβαρυμένος για πάρα πολλά χρόνια, χώρος όπου κυριάρχησε η περιρρέουσα δυσπιστία και καχυποψία.   Σημαντική τομή που κάναμε με τον Νόμο 3978 που ενσωματώνει την Οδηγία  81/2009 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά επίσης  σημαντικές οι παρεμβάσεις μας για τον κοινωνικό ρόλο των Ενόπλων Δυνάμεων, για τη  διαφάνεια σ’ αυτό το χώρο και σ’ όλες τις λειτουργίες των Ενόπλων Δυνάμεων, για την εμπέδωση, κατά το δυνατόν, αξιοκρατίας, δικαιοσύνης, ισότητας και ισονομίας όλων των στελεχών και πάνω απ’ όλα για την εμπέδωση της ευρύτερης δυνατής εθνικής συναίνεσης και συνεννόησης. Και θέλω να πω ότι αισθάνομαι υπερήφανος και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Άμυνας αισθάνεται υπερήφανη γιατί έχουμε κάνει καθημερινή πράξη την εθνική συνεννόηση, την ευρύτερη συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Γιατί εάν έχει ανάγκη από κάτι ο ευαίσθητος  χώρος των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι η εθνική συναίνεση, η απομάκρυνση από αντιλήψεις του παρελθόντος περί κομματοκρατίας, περί εφόδου στα “χειμερινά ή θερινά ανάκτορα”, ώστε με την εναλλαγή των κυβερνήσεων στην εξουσία να έχουμε αναταράξεις στον ευαίσθητο χώρο της στρατιωτικής ηγεσίας και γενικότερα στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ο χώρος της Εθνικής Άμυνας, μας δίνει τη δυνατότητα να ασκήσουμε συμπληρωματικά, με το Υπουργείο των Εξωτερικών, αμυντική διπλωματία. Δηλαδή, ουσιαστικά, μια πλευρά της εξωτερικής πολιτικής.  Γιατί στόχος μας, στρατηγική μας ως Κυβέρνηση, η οποία συναντά την αποδοχή και ευρύτερα των πολιτικών δυνάμεων, είναι η Ελλάδα, παρά την εσωτερική κρίση που βιώνει, παρά τα προβλήματα στην Ευρώπη και στο διεθνές σύστημα, να είναι ενεργά παρούσα, στους διεθνείς, στους ευρωπαϊκούς και τους περιφερειακούς οργανισμούς, είτε είναι οικονομικοί, είτε πολύ περισσότερο, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς μου, αμυντικού χαρακτήρα οργανισμοί. Και αυτό δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι το υπερασπιζόμαστε.

Το υπερασπιζόμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην πτυχή της που συνδέεται με την άμυνα και την ασφάλεια, πολύ περισσότερο υπό το φως των νέων θεσμικών δεδομένων που έχει δημιουργήσει η Συνθήκη της Λισαβόνας με όλες τις πρόνοιες και τις ρυθμίσεις που προβλέπει. Το υπερασπιζόμαστε στην Ατλαντική Συμμαχία, στις διμερείς μας σχέσεις, με φίλους, εταίρους, με γεωγραφικά γειτνιάζουσες χώρες.  Το υπερασπιζόμαστε πάντα με αίσθημα εθνικής ευθύνης και έχοντας, ως βασικές προτεραιότητες, την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων της χώρας, την υπεράσπιση της στρατηγικής προστιθέμενης αξίας της χώρας, όπου χρειαστεί.

Κυρίως η παρουσία μας εκτυλίσσεται σε τρεις χώρους, σε τρία επίπεδα. Στο διμερές επίπεδο που ενδιαφέρει πάρα πολλούς από σας, στο πολυμερές περιφερειακό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, που ενδιαφέρει εξίσου πολλούς συναδέλφους Πρέσβεις και ασφαλώς στο διεθνές επίπεδο, στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Στη διμερή σχέση, θα μου επιτρέψετε να πω, γιατί θέλω να είμαι αρκετά σύντομος ώστε να μας δοθεί η δυνατότητα στη συνέχεια να κάνουμε διάλογο και εάν μπορώ να απαντήσω στις ερωτήσεις σας, θα ήθελα να θίξω τρία επιμέρους στοιχεία.

Πρώτον, στον εκτεινόμενο χώρο, στα Βαλκάνια, επαναβεβαιώνουμε την υποστήριξή μας στην ένταξη στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς και Οργανισμούς όλων των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, συμπεριλαμβανομένης ασφαλώς της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, πάντα προσθέτοντας υπό την θεμελιώδη προϋπόθεση και υπό τους βασικούς όρους που όλοι γνωρίζουμε, που όλοι, είμαι απολύτως βέβαιος, υπερασπιζόμαστε στις διαπραγματεύσεις και στις συνομιλίες μας με τους ξένους εταίρους μας.  Ο χώρος των Βαλκανίων είναι ο προνομιακός μας χώρος και για την άσκηση αμυντικής διπλωματίας. Και το υλοποιούμε, είτε μέσω συμφωνιών διμερούς στρατιωτικής και αμυντικής συνεργασίας, είτε μέσα από ευρύτερα θεσμικά μορφώματα, όπως είναι η Ταξιαρχία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο πλαίσιο της πάλαι ποτέ βαλκανικής πρωτοβουλίας ή πρωτοβουλίας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, είτε μέσα από την υποδοχή των θεσμικών μορφών στα θέματα άμυνας, που έχει οργανώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση και αναφέρομαι σ’ αυτά, που όλοι γνωρίζουμε, τα Battlegroups, ανάμεσα στα οποία είναι και το HELBROC που βρίσκεται στη χώρα μας.

Επίσης στο διμερές επίπεδο έχουμε την ευθύνη να διασφαλίζουμε τον εναέριο χώρο φίλων, εταίρων, όπως είναι η Βουλγαρία, όπως είναι η Αλβανία και είναι ένα σημαντικό όπλο, σας διαβεβαιώνω, να μπορείς, αξιοποιώντας την επιχειρησιακή υπεροχή της πολεμικής σου αεροπορίας,  να μεταδίδεις αυτή την υπεροχή και να καλύπτεις εταίρους και συμμάχους στην ευρύτερη περιοχή.

Το δεύτερο υποσημείο είναι οι διμερείς στρατιωτικές σχέσεις, αμυντικές σχέσεις, ευρύτερες, αν θέλετε, σχέσεις με την Τουρκία. Για αυτό υπάρχουν εδώ πολύ πιο κατάλληλοι να μιλήσουν και είμαι βέβαιος ότι έχουν μιλήσει με πρώτον τον συνάδελφό μου Υπουργό Εξωτερικών.

Από την πλευρά μας, θέλω να σας πω, ότι ο Ελληνικός λαός δεν έχει να φοβηθεί τίποτα απέναντι στην υπαρκτή απειλή της Τουρκίας. Σήμερα, με την αναθεώρηση της πολιτικής εθνικής άμυνας και ασφάλειας, αναγνωρίζουμε  ως υπαρκτή απειλή στο χώρο του Έβρου, του Αιγαίου και της Κύπρου, στην Κύπρο λόγω και της συνεχιζόμενης κατοχής ενός τμήματος του νησιού, ότι η τουρκική απειλή, υπό τη μορφή της αναθεωρητικής προσπάθειας στο χώρο του Αιγαίου, ουσιαστικά μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, όταν και αν παραστεί ανάγκη.

Για μας το δόγμα απέναντι στην Τουρκία είναι ένα δόγμα αμυντικό και συγχρόνως αποτρεπτικό. Ένα δόγμα που λειτουργεί ανασχετικά στην όποια προσπάθεια της Τουρκίας να κερδίσει σημεία, γιατί εκτιμούμε και στρατιωτικά ότι η όποια κρίση με την Τουρκία δεν θα πάρει την μορφή ενός γενικευμένου πολέμου, αλλά θα πάρει την μορφή, κατά πάσα πιθανότητα, μιας σημειακής κρίσης, μιας σημειακής σύγκρουσης.

Άρα, πρέπει να προσαρμόσουμε και το δόγμα μας προς ένα τέτοιο ενδεχόμενο σενάριο. Έχουμε παράλληλα - και αυτό πρέπει να σας το πω για όσους από τους συναδέλφους υπηρετούν στα Βαλκάνια - αποχαρακτηρίσει την πάλαι ποτέ μεταπολεμική βαλκανική απειλή, ή διαφορετικά την από Βορρά απειλή.  Για την νέα πολιτική άμυνας και ασφάλειας, δεν υπάρχει πλέον από Βορρά απειλή.  Υπάρχουν σύμμαχοι, υπάρχουν εταίροι, υπάρχουν εν δυνάμει μέλη στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς. Δεν υπάρχει όμως σε καμία περίπτωση μια τέτοια απειλή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε το νου μας για την περίπτωση εκείνη που, αν εμφανιζόταν στο μέλλον μια απειλή με την μορφή ενός εθνικιστικού κινήματος ή ενός αλυτρωτισμού στη περιοχή των Βαλκανίων ή με την μορφή της αξιοποίησης του βαλκανικού γεωγραφικού χώρου από τρίτες δυνάμεις. Και πιο συγκεκριμένα, από την Τουρκία.

Όμως, από άποψη δόγματος, από άποψη στρατηγικής ο χώρος των Βαλκανίων παύει πλέον να συνιστά απειλή. Και αυτό σημαίνει μια πλήρη αναδιάταξη των δυνάμεών μας στο χώρο της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας.

Αυτό μας βοηθάει πάρα πολύ. Μας βοηθάει για να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις μας εκεί που υπάρχει πραγματικά η απειλή και καταλαβαίνετε τι εννοώ. Κάτι που δεν είναι εύκολο να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη γιατί είναι και κοστοβόρο αλλά είναι εν εξελίξει. Είναι αυτό που λέμε και αυτό που είπα προηγουμένως, η νέα δομή δυνάμεων.

Στις σχέσεις μας με την Τουρκία, υλοποιούμε τα 29  στρατιωτικά μέτρα οικοδόμησης της εμπιστοσύνης, συμπληρωματικά στα πολιτικά μέτρα οικοδόμησης της εμπιστοσύνης που χειρίζεται ο συνάδελφός μου Υπουργός Εξωτερικών .Και βεβαίως, παρέχουμε το στρατιωτικό και επιχειρησιακό “know how” σε όλες τις συζητήσεις που γίνονται για τα θέματα της συμπεριφοράς και της πρακτικής της Τουρκίας στον αέρα και στη θάλασσα.

Μια μικρή παρένθεση για ό,τι χρειαστεί στη δουλειά σας. Να πω ότι καταγράφουμε την τελευταία περίοδο μια ύφεση στην δραστηριότητα της Τουρκίας στο χώρο του Αιγαίου, εναέριο και θαλάσσιο, ιδιαίτερα μετά τις 15 Ιουνίου, ημερομηνία-αφετηρία εφαρμογής του καλοκαιρινού μορατόριουμ με βάση τις συμφωνίες Γιλμάζ – Παπούλια.  Γενικότερα τα τελευταία χρόνια, συγκριτικά, θέλουμε να πούμε ότι έχουμε μια πτωτική πορεία. Μια εξαιρετικά σημαντική ποσοτική μείωση των παραβάσεων του FIR και των παραβιάσεων του Εθνικού Εναέριου Χώρου.  Πολύ περισσότερο, έχουμε μια κάθετη μείωση έως μηδενισμό των υπερπτήσεων πάνω από νησιά και πάνω από εδαφική επικράτεια της πατρίδας μας.

Αντίθετα διακρίνουμε μια αύξηση της δραστηριότητας στο χώρο της θάλασσας. Και αυτό πρέπει να το συνδέσουμε με μια αυξανόμενη τάση της Τουρκίας να αναδείξει την ναυτική της παρουσία, όχι μόνο στο Αιγαίο, αλλά ως περιφερειακή δύναμη στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και πέραν της Ανατολικής Μεσογείου, στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου.  Όχι ότι η αυξημένη αυτή ναυτική παρουσία αντιστρατεύεται πάντα το Διεθνές Δίκαιο της θάλασσας και κυρίως την “αβλαβή διέλευση”. Πολλές φορές καταγράφονται από το Πολεμικό μας Ναυτικό τέτοιου είδους παραβιάσεις, είτε με το “κράτημα των μηχανών”, είτε με άλλες μορφές στη διαδρομή. Εν πάση περιπτώσει, όλα αυτά καταγράφονται, όλα αυτά τα διαχειριζόμαστε με το Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο θέλω πραγματικά να χαιρετίσω για την στενότατη συνεργασία και συναντίληψη σε καθημερινή βάση, για όλα τα θέματα που αφορούν τις συναρμοδιότητές μας, αλλά κυρίως στις σχέσεις μας με την Τουρκία.

Το τρίτο υποσημείο αυτού του πρώτου διμερούς επιπέδου, είναι οι σχέσεις με την Κύπρο. Μόλις πριν μια εβδομάδα βρισκόμουν, για τρεις μέρες στην Κύπρο, μετά από αυτό το τραγικό δυστύχημα και το ψυχολογικό και υπαρξιακό σοκ που αισθάνεται πλέον και βιώνει ο Κυπριακός Ελληνισμός, ένα σοκ που επηρεάζει και τις ισορροπίες του πολιτικού συστήματος.  Επαναβεβαιώσαμε, με το συνάδελφό μου Υπουργό Άμυνας, αλλά και γενικότερα με την Κυπριακή Κυβέρνηση, τη στενή συνεργασία στο τομέα της άμυνας και της στρατιωτικής συνεργασίας μέσα από τη θεσμοθέτηση αυτού που, από κοινού, συμφωνήσαμε να αποκαλούμε, «μόνιμη διαρθρωμένη αμυντική συνεργασία» των δυο κυρίαρχων κρατών Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Ενδεχομένως αυτό να το δείτε λίγο περίπλοκο, αλλά είναι αυτό που πραγματικά αποτυπώνει τις θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την Συνθήκη της Λισαβόνας και ουσιαστικά έρχεται με λειτουργικό και ρεαλιστικό τρόπο, να αντικαταστήσει έναν όρο του παρελθόντος που περισσότερο ρητορική και ψυχολογική σημασία είχε, όχι όμως πρακτική. Εννοώ, το περίφημο ενιαίο αμυντικό δόγμα και τον ενιαίο αμυντικό χώρο ανάμεσα στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Και νομίζω ότι οι παλαιότεροι εξ ημών συνάδελφοι αντιλαμβάνονται πολύ καλά τι εννοώ.

Είμαστε απόλυτα προσηλωμένοι στη συνεχή ενίσχυση της αμυντικής και αποτρεπτικής ισχύος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τόσο μέσα από την εκ των συνθηκών παρουσία της ΕΛΔΥΚ, όσο και μέσα από την ενίσχυση, στο πλαίσιο της διμερούς συνεργασίας, της Εθνικής Φρουράς.  Έχουμε μια στενότατη συνεργασία των δυο επιτελείων. Του Ελληνικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, του Κυπριακού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς. Και θα συνεχίσουμε σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Το δεύτερο επίπεδο, είναι το επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Εκεί, παρά τις θεσμικές προόδους που κατεγράφησαν στην Συνθήκη στο χώρο της άμυνας και της ασφάλειας, μέσα από την μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία, μέσα από τις ρήτρες αλληλεγγύης και αμοιβαίας συνδρομής, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι έχουμε κάνει μεγάλες προόδους.   Δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Είναι, πολύ περισσότερο, η στρατηγική, αν όχι υπαρξιακή κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κρίσιμους τομείς που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την αυτονομία της.  Βεβαίως εκεί πρέπει να δουλέψουμε και μπορούμε να δουλέψουμε στο πλαίσιο δυναμικών πρωτοβουλιών για να δώσουμε περιεχόμενο σ’ αυτούς τους θεσμούς, σ’ αυτές τις νέες θεσμικές διαδικασίες.

Είμαστε δυναμικά παρόντες σ’ όλες τις διεθνείς ειρηνευτικές αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε πρόκειται για τη Σομαλία με την “Ατλάντα” για την καταπολέμηση της πειρατείας, είτε είναι στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, είτε είναι σε άλλες γεωγραφικές περιοχές.

Μεγάλο και σημαντικό κεφάλαιο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι σχέσεις με το ΝΑΤΟ, με την Ατλαντική Συμμαχία. Είναι ένα κρίσιμο ζήτημα που έχει ισχυρή την αμυντική πτυχή, υπό το φως της συμφωνίας “Berlin Plus” του 2003 και βεβαίως υπό το φως των εξελίξεων που έχουν επισυμβεί εν τω μεταξύ, όπως είναι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για μας οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΝΑΤΟ πρέπει να είναι σχέσεις Οργανισμού προς Οργανισμό. Σχέσεις που εδράζονται στην αυτονομία των δυο Οργανισμών. Σχέσεις που πρέπει να επιταχυνθούν, να αναπτυχθούν και να διευρυνθούν, μέσα από πρακτικά βήματα, έτσι όπως έχουν οριστεί πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν με σημαντικές πρωτοβουλίες, από την πλευρά του Υπουργείου Εξωτερικών και της ηγεσίας του, μετά τον Οκτώβριο του 2009.

Όμως, σε καμία περίπτωση η κρίση στις σχέσεις με την Τουρκία, πολύ περισσότερο η αντίληψη της Τουρκίας απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν μπορεί να υποβαθμίσει τον ισότιμο, τον κυριαρχικό ρόλο ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι η Κυπριακή Δημοκρατία στις σχέσεις με το ΝΑΤΟ.

Για μας, γι’ αυτό είναι σημείο καθοριστικό και αφετηρία της όποιας διαπραγματευτικής προσπάθειας γίνει στο άμεσο μέλλον. Υπό κανένα πρόσχημα, υπό κανένα άλλοθι η Τουρκία, δεν μπορεί να ενταχθεί στο ευρύτερο αυτό θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως στο χώρο της άμυνας και της ασφάλειας, εάν προηγουμένως δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πάνω απ’ όλα εάν δεν πληροί τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί σε σχέση με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Αυτό είναι ξεκάθαρο, για την Κυβέρνησή μας και για τα δυο συναρμόδια Υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας. Στο δεύτερο επίπεδο, το δεύτερο σημείο είναι οι σχέσεις με το ΝΑΤΟ.  Βγαίνουμε από μια μεγάλη διαπραγμάτευση. Και θέλω να συγχαρώ όλους τους συναδέλφους, καταρχήν το Υπουργείο Εξωτερικών, την ηγεσία του και όλους τους συναδέλφους, που συνέβαλαν στο να ολοκληρωθεί με επιτυχία, για τα συμφέροντα της χώρας μας, η διαπραγμάτευση για την νέα δομή διοίκησης της Ατλαντικής Συμμαχίας.  Ένα αποτέλεσμα πολύ σημαντικό για την χώρα. Γιατί πετύχαμε τελικά να εξαλείψουμε όλες εκείνες τις πηγές έντασης και σύγκρουσης που είχαν δημιουργηθεί στη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, στη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Με την κατάργηση του αεροπορικού στρατηγείου στη Σμύρνη, έχουμε ουσιαστικά το τέλος μιας εποχής. Και μπορώ να πω ότι έχουμε το τέλος μιας εποχής εντάσεων μέσα στο χώρο της Ατλαντικής Συμμαχίας.  Στη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ πρέπει τελικά να επικρατήσουν οι ίδιες σχέσεις, οι ίδιοι κανόνες, οι ίδιες συμπεριφορές και οι ίδιες πρακτικές που ισχύουν σε κάθε άλλη στρατιωτική πτέρυγα.

Γι’ αυτό έχουμε κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα.
Θα προσπαθήσουμε, ώστε θεσμικά κείμενα και πρακτικές του παρελθόντος να εξαλειφθούν ή ουσιαστικά να περιθωριοποιηθούν. Και μπορώ να σας πω και πολλοί από τους συναδέλφους πρέσβεις το γνωρίζουν, είμαστε σε καλό δρόμο. Όπως σε καλό δρόμο είμαστε στην εξελισσόμενη διαπραγμάτευση για την στελέχωση των σημαντικών επιχειρησιακών θέσεων στο πλαίσιο της νέας δομής διοίκησης της συμμαχίας.

Ασφαλώς και η Λάρισα, επειδή ακούω πολλές φορές κριτικές για  το CAOC της Λάρισας, θα παραμείνει. Θα παραμείνει στο πλαίσιο του υπογεγραμμένου μνημονίου συνεννόησης με το SHAPE και για να συμβάλει στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και ασφαλώς θα παραμείνει πάντα και στο πλαίσιο του εθνικού μας σχεδιασμού.

Αγαπητοί συνάδελφοι, θέλω να τελειώσω με δυο ακόμα ζητήματα. Επειδή πρέπει να γινόμαστε και επιχειρησιακοί μέσα απ’ αυτές τις ημερίδες, θέλω, εκ μέρους του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, να σας ευχαριστήσω για την μεγάλη βοήθεια που παρέχεται στο Υπουργείο μας, στις αρμόδιες Διευθύνσεις και ασφαλώς στο συνδετικό κρίκο Υπουργείου Άμυνας και Υπουργείου Εξωτερικών, τον Πρέσβη τον κ. Χρονόπουλο.

Θέλω επίσης να ζητήσω δυο πράγματα. Το πρώτο έχει σχέση με τις εθνικές αμυντικές βιομηχανίες του ευρύτερου δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού τομέα. Παρακαλώ τις διπλωματικές μας αποστολές, τις πρεσβείες μας σ’ όλο τον κόσμο, να παρέχουν κάθε δυνατή υποστήριξη και βοήθεια, είτε όταν το ζητάει η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών και του Υπουργείου Άμυνας, είτε όταν επιχειρηματίες των αμυντικών βιομηχανιών θέλουν να κάνουν συνεργασίες με τις χώρες στις οποίες είστε διαπιστευμένοι.  Είναι κρίσιμο μέγεθος.Πρέπει επιτέλους να υπάρξει εξωστρέφεια στις αμυντικές βιομηχανίες.  Έχουμε εξαιρετικά δυναμικές βιομηχανίες με ενσωματωμένη υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία, με εξαγωγικό προσανατολισμό, με ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνή χαρακτήρα, άρα θέλουμε την βοήθειά σας.

Ένα δεύτερο ζήτημα, ιδιαίτερα  ευαίσθητο,που επίσης πρέπει να έχετε υπόψη σας, είναι το ζήτημα γενικότερα των αμυντικών εξοπλισμών, ιδιαίτερα όσοι από σας υπηρετείτε σε χώρες με τις οποίες παραδοσιακά και ιστορικά η Ελλάδα στο πλαίσιο της αμυντικής συνεργασίας, έχει και σχέσεις αγοράς αμυντικών εξοπλισμών απ’ αυτές τις χώρες.  Ποτέ δεν θα πούμε ότι η χώρα, λόγω της κρίσης, έχει πάψει πλέον να ενδιαφέρεται για αμυντικούς εξοπλισμούς. Εξάλλου και εγώ ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας δεν το είπα, δεν το λέω και δεν πρόκειται ποτέ να το πω.  Η χώρα υπερβαίνοντας αυτή την κρίση, χαράζοντας τον νέο αμυντικό και στρατιωτικό σχεδιασμό, πάντα ενδιαφέρεται για την ενίσχυση της άμυνάς της με νέους εξοπλισμούς, όχι με τις λογικές του παρελθόντος, αλλά με την σύγχρονη λογική, με την λογική που είναι προσανατολισμένη στο μέλλον των Ενόπλων Δυνάμεων.

Άρα λοιπόν στις συνομιλίες σας αφήστε ανοιχτό το πεδίο, πάντα επισημαίνοντας το εξής: ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο της χώρας έχει αλλάξει ριζικά, υπερασπίζεται τη διαφάνεια, η χώρα μας ενδιαφέρεται για διακρατικές συμφωνίες για “state to state”, για “government to government” συμφωνίες, έτσι ώστε να εκμηδενίζουμε ουσιαστικά τις “γκρίζες ζώνες” στο χώρο των αμυντικών προμηθειών.  Και χαιρόμαστε ιδιαίτερα γιατί και με τις ΗΠΑ αλλά και με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, προωθούμε αυτές τις σχέσεις σε ένα διακρατικό επίπεδο.

Τέλος, θέλω να αναφερθώ ιδιαίτερα στις στρατιωτικές και αμυντικές σχέσεις με το Ισραήλ. Στόχος της Κυβέρνησής μας και των δυο συναρμόδιων Υπουργείων είναι να αναπτύξουμε περαιτέρω αυτές τις σχέσεις. Όχι γιατί το επιβάλει η συγκυρία της κρίσης της σχέσης Ισραήλ και Τουρκίας, αλλά γιατί είναι προς όφελος των εθνικών συμφερόντων της πατρίδας μας.  Γιατί μεγιστοποιεί την στρατηγική προστιθέμενη αξία της χώρας μας σ’ αυτό τον γεωστρατηγικό και γεωοικονομικό χώρα.  Αρχές Σεπτεμβρίου θα βρίσκομαι στο Ισραήλ για να υπογράψω με τον συνάδελφό μου Υπουργό Άμυνας, διμερή συμφωνία αμυντικής και στρατιωτικής συνεργασίας. Πηγαίνουμε καλά, προχωρούμε τη συνεργασία, όχι μόνο σε παραδοσιακούς τομείς διαλόγου και αμοιβαίων επισκέψεων.  Αυτή η συνεργασία έχει πάρει την μορφή και κοινών ασκήσεων, κάτι που ενδιαφέρει ιδιαίτερα την ισραηλινή πλευρά.

Σε καμία περίπτωση όμως  η ανάπτυξη των σχέσεων με το Ισραήλ δεν σημαίνει υποβάθμιση των σχέσεων με τον αραβικό κόσμο, με τους φίλους αραβικούς λαούς, με τις χώρες της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Εξίσου, το ίδιο ισχύει με την Τουρκία, με την οποία θέλουμε να αναπτύξουμε τις σχέσεις μας πάντα στο πλαίσιο στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως.

Και στις συζητήσεις σας – και κλείνω με αυτό – ο στρατηγικός χώρος της Ελλάδας είναι εξαιρετικά σημαντικός για τη ΝΑΤΟϊκή Συμμαχία αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το έδειξε η κρίση στη Λιβύη. Το έδειξε η ανάδειξη της Σούδας σε στρατηγικό χώρο για τα ευρύτερα συμφέροντα της Συμμαχίας.  Η Σούδα είναι το ισχυρό μας όπλο στην Ατλαντική Συμμαχία, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις διμερείς μας σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.Και τον στρατηγικό μας χώρο πρέπει να τον αξιοποιούμε, για να μπορούμε να διαπραγματευόμαστε από μια άλλη βάση, από θέση, αν θέλετε, ισχύος και αυτό θα μας είναι χρήσιμο και την επόμενη περίοδο, όταν θα ξεκινήσει ένας σημαντικός διάλογος και διαπραγμάτευση για την αντιπυραυλική άμυνα και ασφάλεια, γενικότερα στην Ευρώπη.  Αυτός ο διάλογος και αυτή η διαπραγμάτευση μάς αφορά. Αφορά τα εθνικά μας συμφέροντα και θεωρώ ότι είναι μια ιστορική ευκαιρία για την περαιτέρω αναβάθμιση της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

________________

 

κ. ΛΩΖΟΣ: Κύριε Υπουργέ, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σας, ότι το Υπουργείο Άμυνας και το Υπουργείο Εξωτερικών είναι ένα πολύ ισχυρό δίδυμο, είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Η καθημερινή συνεργασία, οι επιτυχίες οι οποίες υπάρχουν με πλέον πρόσφατη αυτή την οποία μνημονεύσατε για την νέα δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ νομίζω ότι το πιστοποιούν και θα ήθελα να ευχαριστήσω το Υπουργείο καθώς και το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Αμύνης για την συνεργασία και την εμπιστοσύνη που δείχνει στο Υπουργείο των Εξωτερικών.

Αν μου επιτρέπετε πολύ σύντομα, δύο  - τρεις μικρές ερωτήσεις. Αναφερθήκατε στις μειώσεις των αμυντικών προϋπολογισμών και των οροφών. Αυτό είναι πράγματι γεγονός, συμβαίνει παγκοσμίως, αλλά ταυτόχρονα οι μειώσεις αυτές συνδυάζονται και με τροποποίηση των αμυντικών δογμάτων των χωρών, για πιο ευέλικτες Ένοπλες Δυνάμεις.

Γνωρίζω ότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης συντάσσει ένα ας το πούμε δόγμα στρατηγικό για την αντιμετώπιση των θεμάτων του. Και εμείς εδώ αρχίσαμε προ καιρού υπό την αιγίδα του κυρίου Γενικού Γραμματέως μια συζήτηση, θα ήθελα να ρωτήσω, εμείς βέβαια βρισκόμαστε ακόμα στο στάδιο της επεξεργασίας, θα μπορούσε να υπάρξει κάποια στιγμή ένας συγχρονισμός, μια συνταύτιση αυτών των αντιλήψεων και των σχεδίων, ούτως ώστε να παρουσιάσουμε μια συνολική εικόνα, αφού πλέον τα θέματα είναι συγκοινωνούντα δοχεία;

Ένα δεύτερο θέμα, το θίξατε ήδη, αναφέρεται στις ειρηνευτικές αποστολές. Οι ειρηνευτικές αποστολές είναι πραγματικά πάρα πολύ σημαντικές για την προβολή της ελληνικής διπλωματίας.

Θα ήθελα να παρακαλέσω, ξέρω ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας προβληματισμός στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Θα μπορούσαμε να έχουμε ένα πιο ορθολογικό σύστημα για την αντιμετώπιση και των δαπανών που είναι βασικές αυτή τη στιγμή. Ευχαριστώ πάρα πολύ.

 

κ. ΔΕΜΙΡΗΣ: Ευχαριστώ κ. Υπουργέ. Όπως υπαινιχθήκατε μια από τις πιο ευαίσθητες παραμέτρους της διεθνούς μας παρουσίας, είναι η συμμετοχή μας σε αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Ήθελα να ρωτήσω κατά πόσον η οικονομική κρίση θα επηρεάσει την συμμετοχή μας σε αποστολές και να κάνω έκκληση να μην σπεύσουμε να θυσιάσουμε λεπτές και ευαίσθητες αποστολές και να κρίνουμε με πολιτικά κριτήρια σαν και αυτά που ήδη αναφέρατε.

Αναφερθήκατε επίσης στις ρήτρες από την Λισσαβόνα. Είναι σημαντικό όντως να πιστέψουμε ότι η λύση σε μερικά από τα προβλήματά μας ακόμα και τα οικονομικά, είναι περισσότερη κοινή δράση με άλλους, περισσότερη κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας και στα πλαίσια αυτά αναρωτιέμαι εάν μπορούμε πράγματι να πάρουμε πρωτοβουλίες, ή να συνεχίσουμε πρωτοβουλίες που έχουμε πάρει για ρήτρες όπως η μόνιμη συνεργασία για άλλα πράγματα στα οποία είναι σημαντικό τα δυο Υπουργεία να συνεργάζονται.

Κάτι αντίστοιχο ίσως θα μπορούσε να γίνει και στις σχέσεις ΕΕ με το ΝΑΤΟ, όπου όπως είπατε η πιο σωστή προσέγγιση είναι Οργανισμού προς Οργανισμών, μήπως λοιπόν είναι σκόπιμο να δούμε ακριβώς τι σημαίνει αυτό, πώς μπορούμε να το προωθήσουμε και τακτικά, γιατί καμιά φορά είναι σκόπιμο καλές προτάσεις να μην προτείνονται από μας, αλλά και άλλους σε μερικά ευαίσθητα θέματα.

Τέλος στο Υπουργείο Άμυνας και μια και αναφερθήκατε στα θέματα βιομηχανίας, είναι ίσως σημαντικό να εκμεταλλευθούμε ακόμα περισσότερο τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας, τα προγράμματά του και να δούμε με αρκετή ευελιξία θέματα που έχουν να κάνουν με την ενίσχυσή του.

κ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ: Ευχαριστώ πολύ κ. Υπουργέ. Μόνο πολύ γρήγορα ήθελα να πω το εξής, έξω από τα καθαρά εξοπλιστικά ζητήματα, τους Ρώσους τους απασχολούν πολύ οι επενδύσεις στην Ελλάδα και κυρίως σε θέματα real estate, όπου συναντούν το γνωστό πρόβλημα της παραμεθορίου. Σκέφτεται το Υπουργείο ίσως να κάνει κάτι σ’ αυτό; Έχουμε πάρα πολλούς και μεγάλου ύψους επενδύσεις οι οποίες μένουν στον αέρα. Ευχαριστώ.

Π. ΜΠΕΓΛΙΤΗΣ: Κύριε Γενικέ ευχαριστώ πολύ. Ξεκινώ από την τελευταία ερώτηση του Πρέσβη μας κ. Σπινέλλη. Πραγματικά ο χρόνος ήταν σύντομος και υπό την πίεση του χρόνου δεν αναφέρθηκα σε κρίσιμα στρατηγικά μεγέθη όπως είναι οι σχέσεις με την Ρωσία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τις υποτιμούμε. Το αντίθετο, ο στόχος μας είναι να αναβαθμίσουμε αυτές τις σχέσεις οι οποίες είναι και στον τομέα της άμυνας, ευρύτερα ασφάλειας, συνεργασίας στην Ευρώπη.

Πρόσφατα είχαμε τις επαφές δια επιστολών του Προέδρου Μεντβέντεφ με τον Πρωθυπουργό τον κ. Παπανδρέου.  Μας ενδιαφέρει, σε ισότιμη βάση, η ανάπτυξη των σχέσεων με την Ρωσία.  Και στον Ευρωπαϊκό χώρο, στα θέματα ασφαλείας, αντιπυραυλικής άμυνας, με βάση το νέο κεκτημένο, το θεσμικό κεκτημένο της Λισσαβόνας σε σχέση με το στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ, περί της αρχής της εναρμόνισης, βλέπουμε να συνδέεται η Νατοϊκή αντιβαλλιστική άμυνα με την Ρωσική και με το νέο σχεδιασμό των Ηνωμένων Πολιτειών.  Άρα θεωρούμε τους Ρώσους ισότιμους εταίρους και συνομιλητές σ’ αυτή την προσπάθεια. Όχι, δεν τους βλέπουμε σε μια ανταγωνιστική βάση, πολύ περισσότερο σε μια συγκρουσιακή σχέση.

Έχουμε σχέσεις στον τομέα των στρατιωτικών εξοπλισμών, θέλουμε να συνεχίσουμε να διευρύνουμε αυτές τις σχέσεις, όμως οι σχέσεις πάντα πρέπει να εδράζονται στην αμοιβαία ωφέλεια. Και δεν σας κρύβω κ. Σπινέλλη, ότι στις διαπραγματεύσεις που είχαμε για τους αμυντικούς εξοπλισμούς, ουσιαστικά κοστολογήθηκαν πάρα πολύ ακριβά που υπερέβαιναν τον σχεδιασμό μας στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.  Παραμένουμε όμως στις διαπραγματεύσεις για να συζητήσουμε εναλλακτικούς τρόπους συνεργασίας στον τομέα των αμυντικών εξοπλισμών.

Θέσατε ένα θέμα με τις παραμεθόριες και χαίρομαι που το θέσατε, γιατί μπορώ να ανακοινώσω, ότι με νομοθετική πρωτοβουλία που έφερα στη Βουλή, έχουμε τον αποχαρακτηρισμό μιας σειράς περιφερειών και περιοχών της Ελλάδας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια της χώρας και με τα εθνικά μας συμφέροντα.

Η Χαλκιδική, που αντιλαμβάνομαι ότι ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους Ρώσους, έχει αποχαρακτηριστεί και εξάλλου ήταν ένας ανορθολογισμός, το γεγονός ότι παρέμενε στις παραμεθόριες περιοχές και χρειαζόταν μια γραφειοκρατική διαδικασία έγκρισης, μέχρι και του Υπουργού Εθνικής Άμυνας για να μπορέσει ένας να πάρει ένα οικόπεδο, να χτίσει ένα σπίτι, ή να κάνει μια επένδυση.

Άρα λοιπόν, μπορείτε να ενημερώσετε τους Ρώσους συνομιλητές σας ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό περιοχών ανά την Ελλάδα έχει αποχαρακτηριστεί πλέον, με εξαίρεση την Θράκη και ορισμένα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Όλα τα άλλα υπόκειται πλέον στην νέα διαδικασία που είναι πολύ πιο γρήγορη και αντιγραφειοκρατική.

Συμφωνώ απόλυτα με τον κ. Δεμίρη.  Εξάλλου αναφέρθηκα στις πρωτοβουλίες που πρέπει να λάβουμε για να δώσουμε περιεχόμενο στις ρήτρες της Λισαβόνας, όπως επίσης και της συνεργασίας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας.  Πρέπει να αξιοποιήσουμε ένα εξαιρετικό εργαλείο που είναι το “pooling and sharing”.

Σήμερα, στις συνθήκες οικονομικής κρίσης, πρέπει να δούμε συνεργασίες των Ενόπλων Δυνάμεων, των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, έτσι ώστε να μειώσουμε το κόστος και τις αμυντικές δαπάνες.

Μπορείτε αυτό να το αξιοποιήσετε.  Έχουμε μια Πολεμική Αεροπορία που βρίσκεται στην πρωτοπορία της επιχειρησιακής ετοιμότητας στο χώρο του ΝΑΤΟ.  Έχουμε ήδη συνεργασία με την Ιταλία, με το Βέλγιο και με την Γαλλία και μπορούμε να συνεργαστούμε για την εκπαίδευση των πληρωμάτων της Πολεμικής Αεροπορίας.

Τελειώνω με τις ειρηνευτικές αποστολές. Εγώ δεν είπα ότι έχουμε προχωρήσει ή θα προχωρήσουμε άμεσα σε επαναξιολόγηση συμμετοχής σε ειρηνευτικές αποστολές.  Όμως κάποια στιγμή πρέπει να το κάνουμε. Όχι κατ’ ανάγκη, γιατί είναι κοστοβόρα η συμμετοχή μας. Ούτε γιατί πιεζόμαστε από την εσωτερική κοινή γνώμη, αναφέρομαι στο θέμα του Αφγανιστάν ή του Κοσσόβου.

Θέλω να πω ότι πρέπει στην πορεία, υπό το φως των εξελίξεων, παρακολουθώντας στενά τις σχέσεις με τις υπόλοιπες χώρες, την συμπεριφορά τους, τις εξελίξεις του Αφγανιστάν, στο Κόσσοβο, πρέπει να είμαστε συνταυτισμένοι με το “main stream” των κινήσεων που γίνονται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο θέμα του Αφγανιστάν, παρακολουθούμε πώς εξελίσσεται η σταδιακή αποχώρηση των αμερικάνικων στρατευμάτων έτσι ώστε να είμαστε έτοιμοι. Δεν λέω ότι αυτή τη στιγμή πρόκειται να αποχωρήσουμε. Δεν λέω ότι πρόκειται να αποχωρήσουμε τώρα από το Κόσσοβο. Πρέπει όμως να παρακολουθούμε τις εξελίξεις και να συμβαδίζουμε μ’ αυτές τις εξελίξεις.  Από την άλλη πλευρά, να μην επιδεικνύουμε ένα μικρομεγαλισμό στη συμμετοχή. Η χώρα πρέπει να έρθει στα στρατηγικά της “κυβικά”, να το πω έτσι. Δεν μπορούμε να συμμετέχουμε παντού. Δεν μπορούμε να είμαστε πανταχού παρόντες. Πρέπει να διασφαλίσουμε πρώτα τα εθνικά μας συμφέροντα. Είμαστε παρόντες εκεί που τα εθνικά μας συμφέροντα συνδέονται με τα ευρύτερα συμμαχικά και εταιρικά συμφέροντα. Άρα πρέπει να γίνει ένα screening και είναι εν εξελίξει, το κάνουμε και από την πλευρά του οικονομικού κόστους και από την πλευρά του οφέλους για τα συμφέροντα της χώρας. Χωρίς δογματισμούς πρέπει να δούμε καθαρά το νέο τοπίο.

Σας ευχαριστώ πολύ.