Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ελληνική Δημοκρατία Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

Ομιλία ΥΕΘΑ κ. Σπήλιου Π. Σπηλιωτόπουλου στην ημερίδα της International Herald Tribune με θέμα "Επενδύσεις και επιχειρηματικές προοπτικές στην μετα-ολυμπιακή εποχή"

«Κυρίες και κύριοι,

Είναι ιδιαίτερη χαρά για μένα να βρίσκομαι εδώ μαζί σας, και να απευθύνομαι σε ένα τόσο εκλεκτό ακροατήριο.

Θα ήθελα και εγώ να σας καλωσορίσω στην χώρα μας και να τονίσω ότι οι ευρύτατες και βαθύτατες αλλαγές του παγκόσμιου περιβάλλοντος και η ταχύτητα με την οποία αλλάζει ο κόσμος μας δηλώνουν ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για στασιμότητα, και δίδουν μια ιδιαίτερη διάσταση στις εργασίες του συμποσίου τούτου.

Οι αλλαγές αυτές έχουν άρδην μεταβάλλει το πλαίσιο λειτουργίας τόσο του παγκόσμιου συστήματος όσο και των επιμέρους δρώντων σ΄ αυτό. Ειδικότερα, στον τομέα της οικονομίας παρατηρείται μια επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων και της ανεργίας.

 Όσον αφορά στον τομέα της εθνικής άμυνας και ασφάλειας, συνεχίζει να θεωρείται ως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα δημόσιου κοινωνικού αγαθού. Ένα δημόσιο αγαθό το οποίο δεν έχει τιμή αγοράς, έχει τιμή μηδέν ακόμη και εάν δεν επιτυγχάνεται απόσβεση του κόστους.

Οι περισσότερες σχολές οικονομικής σκέψης θεωρούν τις δαπάνες για άμυνα, οι οποίες απαιτούν υψηλό κόστος για την παραγωγική οικονομία, όχι απλώς αποδεκτές αλλά αναγκαίες για την υπεράσπιση των σαφώς καθορισμένων εθνικών συμφερόντων.

Ταυτόχρονα, δημιουργείται ένα περιβάλλον ασφάλειας και σταθερότητας όπου εξασφαλίζονται η ελευθερία των συναλλαγών και η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, σε ένα ευμετάβλητο και πολλές φορές απρόβλεπτο από πλευράς ασφαλείας περιβάλλον.

Η μεταψυχροπολεμική εποχή και το τέλος της «ένοπλης ειρήνης», οδήγησε σε μια νέα ρευστή μεταβατική πραγματικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από δύο αντίθετες τάσεις.

Η πρώτη αφορά στην ενίσχυση της παγκόσμιας συνεργασίας και της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η δεύτερη αφορά στην εμφάνιση περιφερειακών διακρατικών αλλά και ενδοκρατικών συγκρούσεων.

Η Ελλάδα αποτελεί μια χώρα πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, με έντονα τα στοιχεία της ανοιχτής κοινωνίας και των δημοκρατικών θεσμών, και λόγω της γεωγραφικής της εγγύτητας και των παραδοσιακών δεσμών, που διατηρεί με τις χώρες που τις χαρακτηρίζει η δεύτερη τάση, παρακολουθεί τις εξελίξεις αλλά και δέχεται επιδράσεις και από τα δύο αυτά αντιφατικά πεδία.

Πράγματι, η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας πάντα αποτελούσε βασικό στοιχείο στην αμυντική και εξωτερική πολιτική της, ενώ προσέλκυε το ενδιαφέρον των μεγάλων δυνάμεων που ενδιαφέρονταν για τις εξελίξεις στην Νότια Ευρώπη, στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή. Η μακρά πορεία της χώρας μας στα πλαίσια της ΕΕ και της Συμμαχίας ενισχύει την γεωπολιτική της σημασία και την καθιστούν «κράτος πυλώνα» για την ασφάλεια και ανάπτυξη στην περιοχή.

Στην εποχή μας, οι κίνδυνοι κατά της διεθνούς ασφάλειας απέκτησαν νέες μορφές και πλέον η αντιμετώπιση τους επιβάλλει συνεχή επαγρύπνηση και διακρατική συνεργασία και δράση, λόγω της υπερεθνικής φύσης των νέων απειλών.

Οι κίνδυνοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως «ασύμμετρες απειλές», διότι ξεφεύγουν από το παραδοσιακό πλαίσιο αντιπαραθέσεων ενόπλων δυνάμεων μεταξύ κρατών, δεν είναι εύκολα ορατοί και οι ενέργειες με τις οποίες εκδηλώνονται, φέρουν δυσανάλογο αποτέλεσμα σε σχέση με τα χρησιμοποιούμενα μέσα.

Έτσι, προκαλείται έντονη σύγχυση στην κοινή γνώμη και εν τέλει αποδυνάμωση του κρατικού μηχανισμού. Η ασφάλεια, λοιπόν, εκτιμάται σήμερα και με μη-στρατιωτικούς όρους, δεδομένου ότι ορισμένες απειλές δεν έχουν στρατιωτικό χαρακτήρα.

Κοινά χαρακτηριστικά τους, είναι η παντελής έλλειψη κατανόησης της διεθνούς πραγματικότητας, η περιφρόνηση προς τους γενικά αποδεκτούς κανόνες συμπεριφοράς και η τάση ακραίων πολιτικών επιλογών, με όλους τους κινδύνους που αυτές εμπεριέχουν.

Σήμερα, οι ασύμμετρες απειλές θεωρούνται ο κύριος κίνδυνος κατά της διεθνούς ασφάλειας, κάτι το οποίο μας υπενθυμίζουν διαρκώς τα θλιβερά αποτελέσματα των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στη Ν.Υόρκη και την Ουάσιγκτον και της 11ης Μαρτίου στη Μαδρίτη, συμπεριλαμβανομένου και πλήθους άλλων σε διάφορες περιοχές του πλανήτη μας.

Η απειλή από την εξάπλωση της τρομοκρατίας, παραμένει και μπορεί να προκαλέσει σημαντικές απώλειες, κυρίως στον άμαχο πληθυσμό, όπως είδαμε πρόσφατα στην Ρωσία και να ταράξει σημαντικά τις εθνικές οικονομίες και τον τρόπο ζωής των πολιτών.

Η αντιμετώπιση της διεθνούς τρομοκρατίας, όσο και η προσπάθεια περιορισμού της εξάπλωσης των όπλων μαζικής καταστροφής, απαιτούν αυξημένη δυνατότητα στην προβολή και χρησιμοποίηση δύναμης, αρκετά μακρύτερα και ακόμα γρηγορότερα απ’ ότι στο παρελθόν. Η όλη επιχείρηση αντιμετώπισης νέων απειλών χαρακτηρίζεται, συνεπώς, από μεγαλύτερη ευελιξία, τόσο στρατηγικής σκέψης όσο και επιχειρησιακής απόκρισης.

Οι νέες αυτές συνθήκες, που συνιστούν σύνθετες και απρόβλεπτες κρίσεις, όσο και τα νέα δεδομένα της παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων, καθιστούν αναγκαία την οργάνωση ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας, ως εγγυητή της ειρήνης, της σταθερότητας και της οικονομικής ανάπτυξης.

Η ανάγκη όμως ουσιαστικής συμμετοχής και στήριξης αυτής της προοπτικής συλλογικής ασφάλειας, αλλά και η κάλυψη της εθνικής ασφάλειας και άμυνας, επιβάλλουν τη διατήρηση ισχυρών και ευέλικτων Ένοπλων Δυνάμεων, ικανών να αναλαμβάνουν πολλαπλούς ρόλους με υψηλό βαθμό ευκινησίας, ανάπτυξης και ισχύος πυρός. Σημείο αναφοράς αυτών των προσπαθειών, είναι η μετατροπή των οργανισμών άμυνας, σε μηχανισμούς άμυνας και ασφάλειας.

Η κυριότερη πρόκληση για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι, πέρα από την προσαρμογή νέων οπλικών συστημάτων στο ισχύον στρατηγικό δόγμα, η ανάπτυξη μιας νέας εθνικής στρατιωτικής στρατηγικής, η οποία θα βασίζεται σε νέα δόγματα και τεχνολογίες, σύμφωνα με τις νέες απαιτήσεις της σύγχρονης στρατιωτικής τέχνης και επιστήμης και σε ημι-επαγγελματικές ένοπλες δυνάμεις με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Επιπλέον, η ύπαρξη σύγχρονων και ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων, προϋποθέτει την υποστήριξή τους από μια ισχυρή και σύγχρονη εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Ο τομέας της άμυνας και οι εξοπλισμοί, τόσο υπό τη μορφή της παραγωγής όσο και του όγκου εμπορίου, απορροφούν ετησίως ένα σημαντικό μέρος των παγκόσμιων ανθρώπινων και υλικών πόρων.

Ο κλάδος της αμυντικής βιομηχανίας καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα παραγωγικών δραστηριοτήτων διεθνώς, που περιλαμβάνει το σύνολο σχεδόν της μεταποίησης και σε αυτόν δραστηριοποιείται μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων με τεράστιες διαφορές ως προς το μέγεθος, τη δομή, τα χαρακτηριστικά, τη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία κτλ.

Με δεδομένα, τη δημοσιονομική στενότητα, τις προτεραιότητες για άσκηση κοινωνικής πολιτικής και τη συνακόλουθη πτώση στη ζήτηση των προϊόντων αμυντικής βιομηχανίας, πιστεύουμε ότι η προσπάθεια για την ανάδειξη του συγκριτικού πλεονεκτήματος σχετίζεται με την επιτυχία μιας σειράς διαρθρωτικών πολιτικών και επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, οι οποίες δείχνουν το δρόμο στις δυνάμεις της αγοράς προς την κατεύθυνση της συνεργασίας, στοχεύοντας στην εξάπλωση των στενών εθνικών αγορών, υπερβολικά μικρών για να συντηρήσουν μια βιομηχανική βάση αποκλειστικά εθνική. Σ

ε αυτό το σημείο ακριβώς, γίνεται περισσότερο από ποτέ επιτακτική ανάγκη η καθιέρωση και θεσμοθέτηση μιας κοινής εξοπλιστικής πολιτικής.

Προς αυτή την κατεύθυνση, διευρυμένες επιχειρηματικές συνεργασίες, συγχωνεύσεις και συμπαραγωγές, αποτελούν σήμερα καταλύτες για την οργάνωση της αγοράς αμυντικών προϊόντων και ταυτόχρονα δημιουργούν σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ των κρατών σε τομείς όπως η τυποποίηση οπλικών συστημάτων, η στρατιωτική υποδομή και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός.

Κύρια συνιστώσα αυτής της προσπάθειας, είναι η επίτευξη συγχρονισμού, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην παρούσα φάση, η κατάσταση των κρατών μελών στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας είναι εξαιρετικά διαφοροποιημένη.

Ήδη οι πρώτες προσπάθειες, στο πλαίσιο του συγχρονισμού των ευρωπαϊκών συνεργασιών στην έρευνα και τεχνολογία, απέδωσαν και αποφασίστηκε η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Αμυντικού Οργανισμού (European Defense Agency-EDA), με στόχο να αναπτύξει τις κεντρικές πολιτικές και στρατηγικές της ΕΕ στο χώρο των αμυντικών εξοπλισμών, σε τέσσερις διακριτούς πυλώνες δράσης: Έρευνας & Tεχνολογίας,

Εξοπλισμών, Στρατιωτικών Δυνατοτήτων, Βιομηχανίας & Αγοράς. Η Ελλάδα είναι πλήρες, ενεργό και ισότιμο ιδρυτικό μέλος του οργανισμού αυτού, από την 1η Ιουλίου 2004.

Η πολιτική αυτή θα επιφέρει μείωση του κόστους παραγωγής των οπλικών συστημάτων που θα προέλθει από τέσσερις κυρίως πηγές:
-Από την κατανομή των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης στα συμμετέχοντα σε κοινά προγράμματα κράτη.
-Από την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας παραγωγής, οι οποίες θα μειώσουν σταδιακά το κόστος παραγωγής των οπλικών συστημάτων.
-Από την ανάπτυξη οικονομιών εξειδίκευσης.
-Από την επιλογή ως χώρας παραγωγής μας, που διαθέτει το συγκριτικό πλεονέκτημα γι΄ αυτό το σκοπό, με αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση του κόστους παραγωγής.
Η αμυντική βιομηχανία και οι περισσότερες τεχνολογίες που έχουν σχέση με την άμυνα, συγκαταλέγονται, λόγω του ιδιαίτερα υψηλού ποσοστού προστιθέμενης αξίας, μας τεχνολογίες αιχμής.

Γι’ αυτό το λόγο αποτελούν οδηγούς (drivers) και ατμομηχανές ανάπτυξης σε μας προηγμένες χώρες. Ακόμα και χώρες περιορισμένων δυνατοτήτων έχουν αναγνωρίσει τα σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα μας ύπαρξης φορέων παραγωγής τεχνολογίας μας παραπάνω τομείς και είναι διατεθειμένες να επωμιστούν το υψηλό κόστος για επενδύσεις σε κεφάλαια και ανθρώπινο δυναμικό, που απαιτείται για τη δημιουργία των αναγκαίων υποδομών.

Είναι γεγονός πλέον ότι, η ανάπτυξη, είναι μια έννοια που συνδέεται περισσότερο με την επένδυση και λιγότερο με τη δημοσιονομική πολιτική και τη διόγκωση του κράτους.

Ειδικότερα, μεγαλύτερο μέρισμα στην όλη αυτή επενδυτική προσπάθεια, κατανέμεται στη γνώση και στο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Σύμφωνα με το πενταετές εξοπλιστικό πρόγραμμα, η Ελλάδα προμηθεύεται αμυντικά συστήματα αξίας 3 δις ευρώ περίπου ετησίως, παρέχοντας στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία μας δυνατότητες και μας ευκαιρίες για συγκεκριμένες πολιτικές και πρακτικές, μας μείωση εισαγωγών, εξοικονόμηση συναλλάγματος, διάχυση γνώσεων και τεχνολογίας μας τον πολιτικό τομέα, παραγωγή και αναπαραγωγή επιστημονικής γνώσης, αύξηση των εξαγωγών, βελτίωση του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών, αμφίδρομη σχέση με τη βιομηχανική υποδομή μας χώρας, απασχόληση επιστημονικού και εργατικού δυναμικού και μείωση μας ανεργίας, συνεργασίες και συμπαραγωγές με οίκους του εξωτερικού, με υψηλή προστιθέμενη αξία και μεταφορά τεχνογνωσίας μας την Ελλάδα.

Σημαντικό κεφάλαιο σε όλη αυτή την προσπάθεια είναι η καλλιέργεια συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, για να κινητοποιηθούν οι δημιουργικές εκείνες δυνάμεις που επενδύουν στη γνώση, στην τεχνολογία και στο ανθρώπινο δυναμικό.

Στo πλαίσιο αυτό, λαμβάνονται μέτρα, που πηγάζουν από το κυβερνητικό πρόγραμμά μας για τη ριζική αναδιάρθρωση των ΕΔ σε όλα τα επίπεδα.
Έτσι λοιπόν, εφαρμόζουμε μία στρατηγική, η οποία συμβάλλει αποφασιστικά:
- Στην εξάλειψη του φαινομένου της διασποράς και του κατακερματισμού των αμυντικών δραστηριοτήτων, επιτρέποντας δυναμική παρουσία και ουσιαστική συμμετοχή στις Ευρωπαϊκές και διεθνείς συμπαραγωγές.
- Στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων μας.
- Στην ενίσχυση των μικρομεσαίων Ελληνικών ιδιωτικών εταιρειών που κατέχουν ειδικές εμπειρίες σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και διαθέτουν μονάδες έρευνας, ανάπτυξης και παραγωγής.
- Στη διαφάνεια και την τήρηση της νομιμότητας, ως βασικού και απαράβατου κανόνα λειτουργίας της αγοράς.
-Στο «άνοιγμα» των στρατιωτικών προμηθειών σε όλη την αγορά, χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς προτιμήσεις σε συγκεκριμένους προμηθευτές.
-Στη μεγιστοποίηση της συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στην υλοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Στόχος μας, είναι η αύξηση της συμμετοχής τους και στα τρέχοντα εξοπλιστικά προγράμματα, προσφέροντας αξιόπιστο αμυντικό υλικό, καθώς και μια σειρά από σημαντικές υπηρεσίες στους τομείς της συναρμολόγησης και της διασύνδεσης των συστημάτων, της συντήρησης και των επισκευών.
-Στην εξυγίανση της αμυντικής αγοράς και την προσέλκυση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
-Στην επίτευξη οικονομιών κλίμακας και ενσωμάτωση τεχνολογικών καινοτομιών.

Επίσης, συνεπείς στην πολιτική μας, η οποία στοχεύει στην προώθηση θεσμικών αλλαγών στην αμυντική αγορά, με βασικούς πυλώνες της τη διαφάνεια, τη νομιμότητα, αλλά και την αποτελεσματικότητα των αμυντικών προμηθειών, κατατίθεται, εντός του έτους, αναθεωρημένη η νομοθεσία περί προμηθειών και ολοκληρώνεται, με νομοθετική ρύθμιση, η κατάρτιση Μητρώου Κατασκευαστών και Υποκατασκευαστών αμυντικού υλικού.
Ταυτόχρονα, συνεχίζουμε τις προσπάθειες, τόσο για την πλήρη αξιοποίηση των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων, τα οποία μπορούν να συμβάλλουν αποφασιστικά στην ανάπτυξη της βιομηχανίας της χώρας δημιουργώντας μια αμυντική βιομηχανική βάση ικανή να απορροφήσει τα οφέλη των μελλοντικών προγραμμάτων Α/Ω, όσο και για την αναθεώρηση και την επαναδιαπραγμάτευση όρων σε συμβάσεις με νομικά ελαττώματα, οι οποίες υπεγράφησαν τα τελευταία χρόνια, επιβαρύνοντας υπέρμετρα τον κρατικό προϋπολογισμό.

Βασική συνιστώσα της πολιτικής μας αποτελεί ο εξορθολογισμός των αμυντικών δαπανών επ΄ωφελεία της κοινωνικής μας πολιτικής και η προσπάθειά μας εστιάζεται στο να υπάρχει πλήρης συνέπεια με την επικρατούσα εθνική στρατιωτική στρατηγική.

Η δική μας πολιτική δεν αποβλέπει μόνο στην ποιοτική αναβάθμιση του επιχειρησιακού χαρακτήρα των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και σε τακτικό επίπεδο στην ποιοτική διαφοροποίηση της ευρύτερης εθνική μας στρατηγικής.

Έχει ήδη ξεκινήσει, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, η μακροπρόθεσμη σχεδίαση και ο ρεαλιστικός προγραμματισμός των αναγκών των ΕΔ σε οπλικά συστήματα, σε προγράμματα εκσυγχρονισμού καθώς και σε υποστήριξη των αμυντικών συστημάτων. Η διαδικασία αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την Αμυντική μας Βιομηχανία, ώστε να μπορέσει επιτέλους:
-Να χαράξει τους στρατηγικούς στόχους, τις συμμαχίες της, τις συνεργασίες της με οίκους της εγχώριας και διεθνούς αγοράς.
-Να καθορίσει και να προγραμματίσει τις πηγές και τις ροές χρηματοδότησης.
-Να υλοποιήσει τα επενδυτικά σχέδια σε εξοπλισμό και τεχνογνωσία.
-Να είναι έγκαιρα προετοιμασμένη, για να συνδυάσει τις παραγωγικές ικανότητες της βιομηχανίας με τις ανάγκες των ΕΔ.
-Να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες του Ενιαίου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Ανάπτυξης και Εκσυγχρονισμού των ΕΔ (ΕΜΠΑΕ), για το οποίο θα έχει πλήρη και έγκαιρη ενημέρωση για ταυτόχρονο πλήρη και έγκαιρο προγραμματισμό.

Αντικειμενικός μας στόχος, είναι η ανάπτυξη και η ενίσχυση μιας εγχώριας βιομηχανικής και τεχνολογικής αμυντικής βάσης, η οποία να παράγει με πραγματική υψηλή ελληνική προστιθέμενη αξία και ανταγωνιστικότητα.

Προς αυτή την κατεύθυνση εργαζόμαστε, δίνοντας έμφαση στην καινοτομία, στην αποδοτικότητα, στην παραγωγικότητα, έχοντας εμπιστοσύνη στην ελληνική επιχείρηση.
Πράγματι, διαπιστώνουμε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις, κρατικές και ιδιωτικές, που ασχολούνται με το χώρο της άμυνας, εμφανίζουν ικανοποιητική πρόοδο τόσο στον τομέα οργανωτικής λειτουργίας και διαχείρησης, όσο και στην ποιότητα των προϊόντων τους. Πολλές από αυτές έχουν αξιολογηθεί επιτυχώς από ξένους οργανισμούς και μεγάλους κατασκευαστικούς οίκους, ως δυνάμενες να αναλάβουν αξιόλογο υποκατασκευαστικό έργο.

Ήταν φανερό, στη πρόσφατη 13η Διεθνή Έκθεση Αμυντικού Υλικού «DEFENDORY INTERNATIONAL 2004», ότι τα εκθέματα που παρουσίασαν οι ελληνικές εταιρείες, αποτελούσαν ό,τι πιο σύγχρονο διαθέτει η παγκόσμια αγορά, και ήταν ξεκάθαρη η εμπιστοσύνη που τους δείχνουν πλέον οι ξένοι οίκοι ως υποκατασκευαστές ή ως συμπαραγωγοί σε πολλά προϊόντα τους.

Επιπλέον, η μεγάλη και δύσκολη προσπάθεια για εξυγίανση του καθεστώτος προμηθειών, που η νέα κυβέρνηση επωμίστηκε από την πρώτη μέρα ανάληψης της εξουσίας, δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί.

Η τήρηση των νόμων και των όρων διαφάνειας δεν είναι διαπραγματεύσιμη από κανέναν και με κανέναν.

Είμαστε αποφασισμένοι να προστατεύσουμε την εύρυθμη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, διασφαλίζοντας τους όρους του υγιούς ανταγωνισμού, σε καθεστώς ισονομίας, με συνθήκες ίσων ευκαιριών για όλους, προς όφελος της εθνικής μας άμυνας και οικονομίας.
Το Ελληνικό ΥΠΕΘΑ επιθυμεί και επιδιώκει την εξασφάλιση της καλλίτερης δυνατής άμυνας και ασφάλειας της χώρας, με ταυτόχρονη συμβολή στην άσκηση αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.

Οι σύγχρονες και ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, είναι βασικός πυλώνας για μια Ελλάδα που οργανώνει το παρόν και σχεδιάζει το μέλλον με εθνική αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία, πίστη και αποφασιστικότητα. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας και εκφράζω την πεποίθησή, ότι αυτή η συνάντηση θα συμβάλει στην επίτευξη των κοινών μας στόχων και σε μια ισχυρή και με δυναμική διεθνή παρουσία, Ελλάδα, με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Αξιοποιώντας την ιδιαίτερα καλή εικόνα της χώρας μας μετά τους επιτυχημένους ΟΑ, δίνουμε ώθηση στις νέες προοπτικές και επενδύουμε με εμπιστοσύνη στη νέα περίοδο που έχει ήδη ξεκινήσει».