Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ελληνική Δημοκρατία Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

Ομιλία ΥΕΘΑ κ. Σπήλιου Π. Σπηλιωτόπουλου στο επίσημο δείπνο Economist-Defendory 2004

Κυρίες και κύριοι,

Σας καλωσορίζω στην Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, στην Αθήνα του κλασσικού μέτρου, της θέλησης και της επιτυχίας, της ειρήνης και της ασφάλειας, της φιλίας και της συναδέλφωσης, των αρχών και ιδεών που το Ολυμπιακό πνεύμα εξέπεμψε, σε παγκόσμια προβολή τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο. Απευθύνουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στην παγκόσμια κοινότητα η οποία μας εμπιστεύθηκε και μας στήριξε στη διεξαγωγή των πλέον ασφαλών Ολυμπιακών Αγώνων, που διοργανώθηκαν ποτέ, σε ένα περιβάλλον διεθνούς ρευστότητας και ανησυχίας. Ήταν η πρώτη φορά, μετά τις αποφράδες ημέρες της 11ης Σεπτεμβρίου και της 11ης Μαρτίου, που μικρή χώρα ανέλαβε μια τεράστια ευθύνη. Την ευθύνη όχι μόνο της διοργάνωσης, αλλά και της διασφάλισης των αγώνων από κάθε είδους τρομοκρατική απειλή. Το γεγονός ότι πετύχαμε είναι θαυμάσιο, δεν είναι όμως προς εφησυχασμό. Αντίθετα μας δημιουργεί επιπλέον υποχρεώσεις για συλλογική δουλειά και συνεχή λήψη μέτρων για την εδραίωση της περιφερειακής ασφάλειας και της σταθερότητας.

 Ο ηπειρωτικός και νησιωτικός ελλαδικός χώρος βρίσκεται στο σημείο επαφής τριών ηπείρων και πάνω στον θαλάσσιο δίαυλο επικοινωνίας δύο κρίσιμων θαλάσσιων περιοχών του Εύξεινου Πόντου και της Μεσογείου, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα, από άποψη στρατηγικού ενδιαφέροντος, στις περιοχές υψηλής γεωπολιτικής αξίας.

 

Την παρούσα χρονική περίοδο στη Βαλκανική χερσόνησο, ο χώρος της πρώην Γιουγκοσλαβίας παραμένει εστία αστάθειας και εντάσεων. Οι εντάσεις μεταξύ των διαφορετικών εθνοτήτων, οι εθνικές επιδιώξεις για τη δημιουργία ανεξάρτητων κρατικών οντοτήτων, ο θρησκευτικός φανατισμός και το οργανωμένο έγκλημα αποτελούν εν δυνάμει προβλήματα για την ασφάλεια και την ειρήνη στην περιοχή. Στο Κόσσοβο, η κατάσταση εξακολουθεί να παραμένει ασταθής.

Σε ότι αφορά στον βαλκανικό περίγυρο, η ένταξη της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας στο ΝΑΤΟ και η προοπτική να ενταχθούν στην Ε.Ε. ενισχύει την προοπτική σταθερότητας στην περιοχή.

Η Ελληνική Κυβέρνηση γνωρίζοντας τα προβλήματα της περιοχής, έχει αναπτύξει και προωθεί μία σταθερή πολιτική αρχών και θέσεων και μέσα από τους διεθνείς οργανισμούς, εργάζεται εντατικά για την εμπέδωση κλίματος σταθερότητας, ασφάλειας και ειρήνης στον χώρο αυτόν. Κύριος άξονας στην πολιτική αυτή είναι η ανάπτυξη ισότιμων διμερών σχέσεων με όλα τα κράτη της ευρύτερης περιοχής και η δραστηριοποίηση της Ελλάδας, στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών, με ευρεία συμμετοχή τόσο στον πολιτικό σχεδιασμό τους, όσο και στην δραστηριότητά τους. Με τη συνεργασία των Υπουργείων Άμυνας των χωρών των Βαλκανίων, αλλά και με μία σειρά πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων, έχουμε δημιουργήσει ένα περιφερειακό σύστημα ασφάλειας, στο οποίο η Ελλάδα διαδραματίζει ουσιαστικό και αποφασιστικό ρόλο. Πράγματι, ως τμήμα της ευρύτερης κυβερνητικής μας πολιτικής, οι δράσεις του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας στον τομέα των Αμυντικών Σχέσεων, στρέφονται ακριβώς στην πρόληψη των συγκρούσεων, οικοδομώντας τοπική αυτοπεποίθηση, μειώνοντας τις εντάσεις και συμβάλλοντας στην κατανόηση και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Παράλληλα, με μια σειρά διμερών συμφωνιών αμυντικής συνεργασίας και μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης [Confidence Building Measures (CBM)] με τις γειτονικές χώρες, με την προώθηση προγραμμάτων στρατιωτικής συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος “Σύμπραξη για την Ειρήνη” [Partnership for Peace (PfP)], καθώς και με διάφορες διπλωματικές και οικονομικές πρωτοβουλίες, η Ελλάδα υποστηρίζει ενεργά τις προσπάθειες των Βαλκανικών χωρών που επιθυμούν να ενταχθούν στους διεθνείς πολιτικο-στρατιωτικούς οργανισμούς. Εν προκειμένω, η διττή διεύρυνση τόσο των Ευρωπαϊκών όσο και των Ευρω-Ατλαντικών Δομών και Θεσμών ασφαλείας προς τις χώρες της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιο –Ανατολικής Ευρώπης, μπορούν να αποβούν επιλογές εξαιρετικά ωφέλιμες, τόσο για την εσωτερική ασφάλεια ενός εκάστου κράτους, όσο και για την Ευρωπαϊκή και διεθνή Ασφάλεια.

Η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό παράγοντα σταθερότητας, διότι είναι η μοναδική χώρα στην ευρύτερη αυτή περιοχή που ανήκει στην Ε.Ε και στο ΝΑΤΟ, με αποτέλεσμα, να έχει δυνατότητα αποτελεσματικής προώθησης των επιδιώξεων και συμφερόντων ασφάλειας των δύο οργανισμών σε περιφερειακό επίπεδο, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στην διατήρηση ή αποκατάσταση της ειρήνης σε ευαίσθητες περιοχές.

Όσον αφορά στις σχέσεις μας με την γειτονική Τουρκία, υποστηρίζoυμε την ευρωπαϊκή προσέγγισή της, με την πεποίθηση ότι η εκπλήρωση των κριτηρίων της Κοπεγχάχης, θα συμβάλει στη βελτίωση και των διμερών σχέσεων προς όφελος μεγαλύτερης ασφάλειας στην περιοχή μας.

Εξαιρετικά ωφέλιμη για την περιφερειακή ασφάλεια είναι και η συνεχής προώθηση της συνεργασίας μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η πλήρης ανάπτυξη της επιχειρησιακής δυνατότητας της Ευρώπης να διαχειριστεί τις διεθνείς κρίσεις, όπως για παράδειγμα στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη στη συνέχεια, είναι πολύ σημαντική για το μέλλον των ευρω-ατλαντικών σχέσεων. Τέτοιου είδους συνεργασίες, αφενός μεν αντανακλούν την γενικότερη άποψη ότι η στρατηγική συνεργασία μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ συμβάλλει αποφασιστικά στην εδραίωση της παγκόσμιας ασφάλειας, αφετέρου δε δείχνουν ότι οι αρχές της ισότητας και συμπληρωματικότητας διακρίνουν πλέον τις σχέσεις των δύο θεσμών. Η σταθεροποίηση και η πλήρης ένταξη της νοτιοανατολικής Ευρώπης στους Ευρω-Ατλαντικούς θεσμούς, αποτελούν προτεραιότητά μας, με στόχο την μεγιστοποίηση της συμβολής μας στην επίτευξη αυτού του σκοπού. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να επισημάνω ότι η απόφαση για πλήρη ανάπτυξη της επιχειρησιακής ικανότητας της Ευρώπης να χειρίζεται αποτελεσματικά διεθνείς κρίσεις, αποτελεί κεντρική συνιστώσα της πολιτικής του υπουργείου Άμυνας, καθόσον το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας έχει μεταβληθεί ριζικά λόγω της διεθνούς τρομοκρατίας. Η διεθνής τρομοκρατία, η σημαντικότερη από τις «ασύμμετρες απειλές», χαρακτηρίζεται από ορισμένα κύρια στοιχεία, όπως αυτά της αυτοθυσίας, του φανατισμού και της επιθετικότητας, με έντονο το στοιχείο του αιφνιδιασμού, τα οποία σε συνδυασμό με την εύκολη πρόσβαση σε χρηματοδοτικούς πόρους, την καθιστούν ως την μεγαλύτερη απειλή του σύγχρονου κόσμου. Βασικά, εάν δεν θωρακίσουμε το Κράτος δικαίου, τη δημοκρατία και τις ελευθερίες των πολιτών, τότε ο πολιτικός και ιδεολογικός χώρος είναι ευάλωτος σε παρερμηνείες και σε αιρετικές αποκλίσεις, που οδηγούν σε φαινόμενα θρησκευτικο-εθνικιστικού παραλογισμού. Η τρομοκρατία πρέπει να νικηθεί σε ιδεολογικό και βιοτικό επίπεδο, προσβλέποντας στην εξάλειψη των γενεσιουργών αιτιών της, αφού τα αστυνομικά και στρατιωτικά μέτρα απλώς την καταστέλλουν. Απαιτείται να δράσουμε στα θεμέλια του κακού και να εξουδετερώσουμε παραπλανητικά συνθήματα, όπως «βία ενάντια στη βία», που βρίσκουν εύκολα ανταπόκριση σε ανθρώπους που βιώνουν στην καθημερινή τους ζωή αποκλεισμό, φτώχεια και ανέχεια.

Για την αντιμετώπιση αυτών των νέων απαιτήσεων ασφάλειας, καθίσταται επιτακτική η ουσιαστική αναμόρφωση των εθνικών δομών, των συστημάτων διακυβέρνησης, των τομέων δράσης και σχετικών προτεραιοτήτων και απαιτούν μια καλά μελετημένη προσέγγιση, δεδομένου ότι αγγίζουν τα θέματα του διεθνούς δικαίου και της εθνικής κυριαρχίας. Ασφαλώς, η βασική αρχή που διέπει τις διαδικασίες λήψης τέτοιων αποφάσεων, είναι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των Δημοκρατικών Θεσμών. Ομοίως, απαιτείται η ουσιαστική εξέλιξη και δράση των διεθνών θεσμών, ώστε να βρεθούν τρόποι για την γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των προσδοκιών και της πραγματικότητας. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι δεν δημιουργούμε θεσμούς για τους θεσμούς, αλλά αυτό είναι αναγκαίο για να υλοποιηθεί η καθολικά υιοθετημένη ευρωπαϊκή στρατηγική πρόληψης και προστασίας των πολιτών.

Στο στρατηγικό-στρατιωτικό επίπεδο, για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων ασφάλειας, η Ευρώπη αναγνωρίζει την ανάγκη ενίσχυσης των αμυντικών της δυνατοτήτων όχι μόνο με την εκπλήρωση του Γενικού Στρατιωτικού Στόχου του Ελσίνκι (Headline Goal- HG) αλλά και με την εκπόνηση της Κοινής Ευρωπαϊκής Αμυντικής Στρατηγικής (European Strategic Defense Review). Επίσης, η βελτίωση του Τομέα Δυνατοτήτων της ΕΕ ( European Capabilities Action Plan-ECAP), σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ, μέσω της Ομάδος Δυνατοτήτων ΝΑΤΟ-ΕΕ ( NATO-EU Capability Group), επιταχύνουν τις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις, που εφαρμοζόμενες τα επόμενα χρόνια, θα αποδώσουν στην Ένωση την απαραίτητη μορφή αυτονομίας, στο πεδίο του επιχειρησιακού σχεδιασμού.

Αδιαμφισβήτητα, η ευελιξία (flexibility), η κινητικότητα (mobility), η δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης δυνάμεων (rapid deployment capabilities) και η αυξημένη ισχύς πυρός (firepower) αποτελούν βασικούς παράγοντες για να υλοποιηθούν τα νέα στρατηγικά δόγματα και να καλυφθούν αμυντικές ελλείψεις σε τομείς όπως, για παράδειγμα, η άμυνα εναντίων Χημικών – Βιολογικών – Ραδιολογικών –Πυρηνικών απειλών. Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες εξίσου σημαντικοί για τις νέου τύπου Ε.Δ., που καλούνται να αντιμετωπίσουν τις νέες μορφές απειλών και απαιτήσεων της Συμμαχίας, όπως είναι η τεχνολογική συμβατότητα και η εξασφάλιση υπεροχής στους τομείς ελέγχου, επικοινωνιών και πληροφοριών. Επίσης, η ύπαρξη ικανοποιητικών και διαλειτουργικών στρατιωτικών δυνατοτήτων αποτελεί βασικό στοιχείο της αξιοπιστίας του διεθνούς ρόλου της Ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, αποτελεί πρόκληση που είχε ήδη αναγνωριστεί από την εποχή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Κολωνίας. Αυτό βέβαια, σημαίνει επείγουσα ανάπτυξη ή προμήθεια των αναγκαίων τεχνολογικών δυνατοτήτων που θα διευκολύνουν την υλοποίηση των απαιτήσεων αυτών.

Η κυριότερη πρόκληση για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι, πέρα από την προσαρμογή νέων οπλικών συστημάτων στο ισχύον στρατηγικό δόγμα, η ανάπτυξη μιας νέας εθνικής στρατιωτικής στρατηγικής, η οποία θα βασίζεται σε νέα δόγματα και τεχνολογίες και σε ημι-επαγγελματικές ένοπλες δυνάμεις με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Η αναφορά μας εδώ σε νέα στρατιωτικά δόγματα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η προσαρμογή μας στις πολιτικές τις οποίες πλέον υιοθετούν τα σύγχρονα κράτη, αλλά και οι οργανισμοί άμυνας, ασφάλειας και συνεργασίας, μετά την άμεση προτεραιότητα που δίδεται στην αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών. Σημείο αναφοράς αυτών των πολιτικών, είναι η μετατροπή των οργανισμών άμυνας, σε μηχανισμούς άμυνας και ασφάλειας. Επί παραδείγματι, η εμπλοκή των ΕΔ στην ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν «μονόδρομος», αφού το είδος, η ποιότητα και η προέλευση της απειλής, απαιτούσαν τη χρήση τέτοιων τεχνικών μέσων, τα οποία δεν είναι διαθέσιμα σε κανέναν άλλο κρατικό οργανισμό. Μοιραία λοιπόν δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για άμυνα, όσον αφορά στην αποστολή των ΕΔ, αλλά για άμυνα και ασφάλεια. Είναι δε πρόδηλος ο εποικοδομητικός ρόλος των ΕΔ, στην υποστήριξη της ευρωπαϊκής πορείας και στην ενεργό συμμετοχή της χώρας σε όλους τους Ευρωπαϊκούς και Ευρω-Ατλαντικούς πολιτικούς και αμυντικούς θεσμούς.

Το Ελληνικό ΥΠΕΘΑ επιθυμεί και επιδιώκει την εξασφάλιση της καλλίτερης δυνατής άμυνας και ασφάλειας της χώρας, με ταυτόχρονη συμβολή στην άσκηση αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής. Οι σύγχρονες και ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, είναι βασικός πυλώνας για μια Ελλάδα που οργανώνει το παρόν και σχεδιάζει το μέλλον με εθνική αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία, πίστη και αποφασιστικότητα.

Στην προσπάθειά μας αυτή, θεωρούμε ότι καταλυτικό ρόλο πρέπει να παίξει η εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Γιατί η ύπαρξη σύγχρονου στρατού, προϋποθέτει την υποστήριξή του από μια ισχυρή και σύγχρονη εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Έτσι, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, μέσω μιας σειράς πρωτοβουλιών, συντονίζει την όλη προσπάθεια των επιμέρους διευθύνσεων της Γενικής Γραμματείας Οικονομικού Σχεδιασμού και Αμυντικών Επενδύσεων, με τις ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες. Αποσκοπούμε στην πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και ταυτόχρονα στην πλήρη ανταπόκριση των αναγκών της, ακολουθώντας μια πολιτική, παράλληλη με αυτή που ακολουθείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εστιάζοντας σε διευρυμένες συνεργασίες, όπως αυτές του «στρατηγικού επενδυτή», συγχωνεύσεις και συμπαραγωγές με εταιρείες αντός και εκτός των Ελληνικών συνόρων, σε ένα περιβάλλον διεθνούς ανταγωνισμού.

Σε γενικότερο επίπεδο, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, αποτελεί πρόκληση στρατηγικής σημασίας, αφενός για τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα της δράσης της ΕΕ, αφετέρου για την ισόρροπη συνεργασία με το ΝΑΤΟ. Κύρια συνιστώσα αυτής της προσπάθειας, είναι η επίτευξη συγχρονισμού, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην παρούσα φάση, η κατάσταση των κρατών μελών στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας είναι εξαιρετικά διαφοροποιημένη. Οι χώρες που συνεργάζονται στο πλαίσιο του Kοινού Οργανισμού Συνεργασίας στον Τομέα των Εξοπλισμών (OCCAR-Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ην. Βασίλειο) και της Επιτροπής Προθέσεων (Letter of Intent –L.O.I.- Γερμανία,Ισπανία,Ιταλία, Ην.Βασίλειο, Σουηδία.), αντιπροσωπεύουν από μόνες τους το 90% του συνόλου της παραγωγής σε αυτόν τον τομέα. Αισιοδοξούμε όμως ότι οι Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις θα επιτύχουν και σε αυτόν τον στόχο. Ήδη οι πρώτες προσπάθειες, στο πλαίσιο του συγχρονισμού των ευρωπαϊκών συνεργασιών στην έρευνα και τεχνολογία, απέδωσαν και αποφασίστηκε η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Αμυντικού Οργανισμού (European Defense Agency-EDA), με στόχο να αναπτύξει τις κεντρικές πολιτικές και στρατηγικές της ΕΕ στο χώρο των αμυντικών εξοπλισμών, σε τέσσερις διακριτούς πυλώνες δράσης: Έρευνας & Tεχνολογίας, Εξοπλισμών, Στρατιωτικών Δυνατοτήτων, Βιομηχανίας & Αγοράς. Η Ελλάδα είναι πλήρες, ενεργό και ισότιμο ιδρυτικό μέλος του οργανισμού αυτού, από την 1η Ιουλίου 2004, και με την υποστήριξη πρωτοβουλιών όπως αυτή της Διεθνούς Έκθεσης Συμβατικών Συστημάτων Εθνικής Άμυνας για την ξηρά, θάλασσα και αέρα, ΄΄DEFENDORY INTERNATIONAL 2004΄΄, αλλά και εκδηλώσεων σαν τη σημερινή, που επιτυχώς διοργανώνουν το ECONOMIST με την οργανωτική επιτροπή της έκθεσης, επιθυμεί να συμβάλει με κάθε μέσο στην προβολή, στην ενίσχυση και στην ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να σας ευχαριστήσω που με ακούσατε και να σας διαβεβαιώσω ότι εδώ, στη χώρα που γεννήθηκε η δημοκρατία και το ολυμπιακό ιδεώδες, εργαζόμαστε περισσότερο από ποτέ ώστε, μέσα από την Ευρωπαϊκή και διεθνή συνεργασία, να εδραιωθεί η ασφάλεια, για την προστασία των ανοιχτών μας κοινωνιών και των δημοκρατικών μας θεσμών. Το καθαρώς εθνικό πλαίσιο δεν είναι πλέον επαρκές. Η κοινή γνώμη ζητά, περισσότερο από ποτέ, ασφάλεια και προστασία και δείχνει σε μεγάλο βαθμό να τάσσεται υπέρ των κοινών, ακόμη και ενιαίων, κατάλληλων και αλληλέγγυων πολιτικών αντίδρασης στις σημερινές απειλές σε υπερεθνικό επίπεδο. Η ΕΕ δείχνει την βούλησή της προς την κατεύθυνση αυτή, μέσω θεσμικών πρωτοβουλιών, όπως αυτές υιοθετούνται και αναπτύσσονται στο πλαίσιο τόσο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Άμυνας & Ασφάλειας, όσο και του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στην πολιτική αυτή και είναι στη πρώτη προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης η απόλυτη υποστήριξη των συμφερόντων άμυνας και ασφάλειας των πολιτών.

Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας
Σπήλιος Π. Σπηλιωτόπουλος