Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ελληνική Δημοκρατία Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

Ομιλία ΥΕΘΑ κ. Σπήλιου Π. Σπηλιωτόπουλου στο Σαρόγλειο Ίδυμα με θέμα "Ο Γεωπολιτικός ρόλος της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας -γέφυρα με την ευρωζώνη και προοπτικές"

« Κυρίες και κύριοι,

Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά που είμαι σήμερα εδώ μαζί σας για να ανταλλάξουμε απόψεις σε ένα τόσο ευαίσθητο και κρίσιμο θέμα, όπως είναι οι προοπτικές της Ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας τόσο στην εσωτερική, όσο και στις διεθνείς αγορές.

 

1. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Οι πτωτικές τάσεις στις στρατιωτικές δαπάνες πολλών κρατών, και ειδικότερα των ανεπτυγμένων, επέφεραν σημαντικές αλλαγές στη ζήτηση στρατιωτικού υλικού και οπλικών συστημάτων. Η ραγδαία συρρίκνωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων και προϋπολογισμών είχε άμεσες επιπτώσεις στην αμυντική βιομηχανία, ένα κλάδο ο οποίος γνώρισε μια ιδιαίτερη άνθηση κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όπου δόθηκε έμφαση στον εξοπλιστικό ανταγωνισμό.

Έτσι στη δεκαετία του ’90 στον κλάδο αυτό συντελέσθηκε μια εκτεταμένη αναδιοργάνωση, αναδιάρθρωση, συγκεντροποίηση και ταυτόχρονα διεθνοποίηση της παραγωγής. Οι αμιγώς αμυντικές βιομηχανίες, παραγωγοί αποκλειστικά στρατιωτικών και μόνο προϊόντων, στράφηκαν στην παραγωγή και μη στρατιωτικών ειδών, με σκοπό την επιβίωσή τους στις νέες συνθήκες μειωμένης ζήτησης και εντεινόμενου ανταγωνισμού. Ο κλάδος της πολεμικής βιομηχανίας καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα παραγωγικών δραστηριοτήτων διεθνώς, που περιλαμβάνει το σύνολο σχεδόν της μεταποίησης και σε αυτόν δραστηριοποιείται μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων με τεράστιες διαφορές ως προς το μέγεθος, τη δομή, τα χαρακτηριστικά, τη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία κτλ. Με δεδομένα λοιπόν, τη δημοσιονομική στενότητα, τις προτεραιότητες για άσκηση κοινωνικής πολιτικής και τη συνακόλουθη πτώση στη ζήτηση των προϊόντων αμυντικής βιομηχανίας, πιστεύουμε ότι η προσπάθεια για την ανάδειξη του συγκριτικού πλεονεκτήματος σχετίζεται με την επιτυχία μιας σειράς διαρθρωτικών πολιτικών και επιχειρηματικών πρωτοβουλιών. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες μεθόδους διεξαγωγής επιχειρήσεων στο πεδίο της μάχης, όπως και τα προβλήματα ομοιομορφίας και εναρμόνισης στους εξοπλισμούς που προκύπτουν στο πλαίσιο των συμμαχιών, καλούμαστε, ως κυβερνήσεις, να αποφασίσουμε για την αναθεώρηση και τον εναρμονισμό των στρατηγικών μας, σε μια προσπάθεια ισχυροποίησης των στρατιωτικών μας δυνατοτήτων και διατήρησης ισχυρών και ευέλικτων Ενόπλων Δυνάμεων. Απαραίτητη προϋπόθεση για τον άρτιο σχεδιασμό και την επιτυχή έκβαση κάθε μορφής στρατιωτικής επιχείρησης, τέτοιων ΕΔ, είναι η ψηφιοποίηση του πεδίου επιχειρήσεων, η οποία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Η ψηφιακή τεχνολογία παρέχει στους μαχητές όλων των επιπέδων, ένα οριζόντια και κάθετα αναπτυγμένο δίκτυο ψηφιακών πληροφοριών, το οποίο βοηθά ουσιαστικά στην λειτουργία του κύκλου των διαδικασιών λήψης αποφάσεων του συστήματος διοίκησης και ελέγχου, συνδέοντας διοικητές-μαχητές-επιτελείς. Έτσι με την πλήρη αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας και την εκμετάλλευση ψηφιακών πληροφοριών και στις τέσσερις διαστάσεις του πεδίου επιχειρήσεων, καθίστανται οι ΕΔ ικανές για διεξαγωγή δικτυοκεντρικού πολέμου (Network Centric Warfare).

Γενικότερα, η ύψιστης σημασίας επίδραση της τεχνολογίας στον χώρο των ΕΔ έχει εισαγάγει τον όρο Revolution in Military Affairs(RMA -Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις). Η έννοια αυτή συνδυάζει την εφαρμογή των νέων τεχνολογικών στρατιωτικών και μη συστημάτων, με επιχειρησιακές καινοτομίες και οργανωτικές προσαρμογές των ΕΔ, με σκοπό τη ριζική αλλαγή του χαρακτήρα και του τρόπου διεξαγωγής των συγκρούσεων. Το ελληνικό ΥΠΕΘΑ έχει επίγνωση της ιδιαίτερης σημασίας της RMA και την εφαρμόζει στις ένοπλες Δυνάμεις χρηματοδοτώντας σχετικά προγράμματα ερευνάς-τεχνολογίας. Το υψηλό όμως κόστος αυτής της προσπάθειας καθώς και η ανάγκη βελτίωσης της αποδοτικότητας των επιχειρησιακών μονάδων επιβάλει να ακολουθηθεί και η αντίστοιχη επανάσταση στις επιχειρηματικές υποθέσεις (Revolution in Business Affairs- RBA), που εισαγάγει τις νέες τεχνολογίες στη παραγωγή και την πώληση σε ένα ενοποιημένο σύστημα παροχής στρατιωτικών δυνατοτήτων.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο της μετεξέλιξης και αναδιοργάνωσης των Ενόπλων Δυνάμεων, της προσαρμογής τους στα νέα δεδομένα ασφάλειας, της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής εξέλιξης, γίνεται περισσότερο από ποτέ επιτακτική ανάγκη η καθιέρωση και θεσμοθέτηση μιας κοινής εξοπλιστικής πολιτικής. Προς αυτή την κατεύθυνση, διευρυμένες επιχειρηματικές συνεργασίες, συγχωνεύσεις και συμπαραγωγές, αποτελούν σήμερα καταλύτες για την οργάνωση της αγοράς αμυντικών προϊόντων και ταυτόχρονα δημιουργούν σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ των κρατών σε τομείς όπως η τυποποίηση οπλικών συστημάτων, η στρατιωτική υποδομή και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός.

Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η αμυντική βιομηχανία και οι περισσότερες τεχνολογίες που έχουν σχέση με την άμυνα, συγκαταλέγονται, λόγω του ιδιαίτερα υψηλού ποσοστού προστιθέμενης αξίας, στις τεχνολογίες αιχμής. Γι’ αυτό το λόγο αποτελούν οδηγούς (drivers) και ατμομηχανές ανάπτυξης σε πολλές προηγμένες χώρες. Ακόμα και χώρες περιορισμένων δυνατοτήτων έχουν αναγνωρίσει τα σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα της ύπαρξης φορέων παραγωγής τεχνολογίας στους παραπάνω τομείς και είναι διατεθειμένες να επωμιστούν το υψηλό κόστος για επενδύσεις σε κεφάλαια και ανθρώπινο δυναμικό, που απαιτείται για τη δημιουργία των αναγκαίων υποδομών. Εμείς κινούμαστε μέσα στο πλαίσιο πλήρους αξιοποίησης της εγχώριας κρατικής και ιδιωτικής αμυντικής βιομηχανίας από τις Ένοπλες Δυνάμεις, και επιδίωξή μας σε κάθε περίπτωση είναι ο προσανατολισμός για την επίτευξη μεσο-μακροπρόθεσμων ωφελημάτων. Σημαντικό κεφάλαιο σε όλη αυτή την προσπάθεια είναι η καλλιέργεια συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, για να κινητοποιηθούν οι δημιουργικές εκείνες δυνάμεις που επενδύουν στη γνώση, στην τεχνολογία και στο ανθρώπινο δυναμικό. Στo πλαίσιο αυτό λαμβάνονται μέτρα, που πηγάζουν από το κυβερνητικό πρόγραμμά μας για τη ριζική αναδιάρθρωση των ΕΔ σε όλα τα επίπεδα. Ο προσανατολισμός των μέτρων αυτών κατευθύνεται σε:

· Τροποποιήσεις, εκσυγχρονισμός και ομογενοποίηση των κανόνων των διαγωνισμών προμηθειών αμυντικού υλικού των κρατών, με στόχο την ουσιαστική δυνατότητα ισότιμης συμμετοχής εγχώριων και ξένων κατασκευαστών με ευρωπαϊκό προσανατολισμό και διαλειτουργικότητα.

· Κατάρτιση Μητρώου Κατασκευαστών και Υποκατασκευαστών αμυντικού υλικού, από το οποίο θα διαγράφονται εταιρείες, οι οποίες κατά την διάρκεια προεπιλογής, κατάρτισης ή υλοποίησης των πάσης φύσεως συμβάσεων, παρεκκλίνουν της νομιμότητας και των συναλλακτικών ηθών.

· Μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των παραγγελιών αμυντικού υλικού.

· Λειτουργία των κρατικών αμυντικών βιομηχανιών με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

· Στήριξη οργανωμένης παρουσίας προϊόντων του κλάδου στις διεθνείς αγορές.

· Προτεραιότητα σε αγορές αμυντικών εξοπλισμών, που ευνοούν τη μεταφορά τεχνογνωσίας και υψηλής τεχνολογίας.

· Επιδίωξη συνεργασιών με τη μορφή του «στρατηγικού επενδυτή» με ξένες εταιρείες, οι οποίες έχουν μεγαλύτερη εμπειρία και διάθεση συνεργασίας με τις αντίστοιχες Ελληνικές, διασφαλίζοντας πάντα το δημόσιο συμφέρον και την εργασιακή ασφάλεια των εργαζομένων.

· Ενίσχυση των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών για συνεργασίες των εταιρειών μας, με το Ευρωπαϊκό και Διεθνές περιβάλλον αμυντικών βιομηχανιών.

· Αύξηση της Ελληνικής Βιομηχανικής Συμμετοχής, της Ελληνικής Προστιθέμενης Αξίας και βελτιστοποίηση των βιομηχανικών επιστροφών προς τις Ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες σε προμήθειες αμυντικού υλικού.

· Ενίσχυση της Έρευνας και Τεχνολογίας.

· Απολογισμό κάθε αμυντικής επένδυσης, εντός πενταετίας, από την υλοποίηση της σύμβασης προμήθειας.

Η πολιτική μας στοχεύει στην προώθηση θεσμικών αλλαγών στην αμυντική αγορά, με βασικούς πυλώνες της τη διαφάνεια και την νομιμότητα. Συνεπείς στην πολιτική αυτή, αναθεωρούμε την νομοθεσία περί προμηθειών, προχωρούμε στην αναθεώρηση και την επαναδιαπραγμάτευση όρων σε συμβάσεις με νομικά ελαττώματα, οι οποίες υπεγράφησαν τα τελευταία χρόνια επιβαρύνοντας υπέρμετρα τον κρατικό προϋπολογισμό.

Υπάρχουν βέβαια και επί πλέον μέτρα, το σύνολο των οποίων στοχεύει εκτός από τη διαφάνεια και την τήρηση της νομιμότητας, στο ΄΄άνοιγμα΄΄ των στρατιωτικών προμηθειών σε όλη την αγορά, χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς προτιμήσεις σε συγκεκριμένους προμηθευτές, εξυγίανση της αμυντικής αγοράς και προσέλκυση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Είναι γεγονός πλέον ότι, η ανάπτυξη, είναι μια έννοια που συνδέεται περισσότερο με την επένδυση και λιγότερο με τη δημοσιονομική πολιτική και τη διόγκωση του κράτους. Ειδικότερα, μεγαλύτερο μέρισμα στην όλη αυτή επενδυτική προσπάθεια, κατανέμεται στη γνώση και στο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

2. ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ

Στο πλαίσιο του συγχρονισμού των ευρωπαϊκών συνεργασιών στην έρευνα και τεχνολογία, τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισαν την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Αμυντικού Οργανισμού (European Defense Agency-EDA), με στόχο να παράγει τις κεντρικές πολιτικές και στρατηγικές της ΕΕ στο χώρο των αμυντικών εξοπλισμών, σε τέσσερις διακριτούς πυλώνες δράσης: Έρευνας & Tεχνολογίας, Εξοπλισμών, Στρατιωτικών Δυνατοτήτων, Βιομηχανίας & Αγοράς. Ήδη, από την 1η Ιουλίου 2004, η Ελλάδα είναι πλήρες και ισότιμο ιδρυτικό μέλος του οργανισμού αυτού, με αντικειμενικό σκοπό να δημιουργηθούν οφέλη για την Αμυντική Βιομηχανία, ώστε:

α. Να καταμερίζεται το υψηλό κόστος έρευνας και ανάπτυξης για κοινά προϊόντα.

β. Να συμμετέχει η εγχώρια αμυντική βιομηχανία πιο ενεργά και πιο αποτελεσματικά στους οργανισμούς συνεργασίας του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να επενδύει σε αυτούς, αποκτώντας καλύτερη συνεργασία με τους συμμάχους και τους εταίρους και λαμβάνοντας τεχνογνωσία, επεκτείνοντας με τον τρόπο αυτόν τις δραστηριότητές της και πέρα από την εσωτερική αγορά.

γ. Να ληφθούν κοινά μέτρα από τις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, κυρίως στον τομέα της νομοθεσίας, εξαλείφοντας τις χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες κατά την εισαγωγή και εξαγωγή αμυντικού υλικού.

δ. Να επιδιωχθεί και να επιτευχθεί η συνεργασία των κρατικών και ιδιωτικών εταιρειών, ώστε να γίνεται πλήρης και συντονισμένη εκμετάλλευση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.

Σήμερα, η Αμυντική Βιομηχανία δεν υποστηρίζει μόνο την Εθνική και Ευρωπαϊκή Άμυνα και Ασφάλεια, αλλά και τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας, την εισροή συναλλάγματος, την ανάπτυξη τεχνολογιών αιχμής. Συμβάλλει επομένως στην οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη της Ευρώπης, μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας, της παράλληλης μείωσης του κόστους παραγωγής, της επίτευξης οικονομιών κλίμακας, αλλά και μέσω της ανάπτυξης διακρατικών συνεργασιών και συμπαραγωγών.

Αντικειμενικός μας στόχος λοιπόν, είναι η ανάπτυξη και η ενίσχυση μιας εγχώριας βιομηχανικής και τεχνολογικής αμυντικής βάσης, η οποία να παράγει με πραγματική υψηλή ελληνική προστιθέμενη αξία και ανταγωνιστικότητα, με διασυνοριακή, διευρωπαϊκή εμβέλεια και συνεργασία, προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών, να εξασφαλιστεί η εγχώρια παραγωγική δραστηριότητα και στον ευρύτερο – πλην του αμυντικού – βιομηχανικό τομέα και να αποκτηθούν νέες τεχνολογίες, τεχνογνωσία και νέες αγορές. Επίσης, η κυβέρνηση λαμβάνει τέτοια μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί ένα κατάλληλο θεσμικό, μακροοικονομικό περιβάλλον, με έμφαση στην καινοτομία, στην αποδοτικότητα και στην παραγωγικότητα, εμπεδώνοντας ταυτόχρονα τις αρχές της ισονομίας, της διαφάνειας και των ίσων ευκαιριών.

Κινούμενοι προς αυτή την κατεύθυνση, με αποφασιστικότητα αλλά και αποτελεσματικότητα, εξασφαλίζουμε υψηλό ρυθμό ανάπτυξης της Ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, και την καθιστούμε ικανή να συμβάλει ουσιαστικά στην ενίσχυση των Ευρωατλαντικών δομών άμυνας και ασφάλειας, επωφελεία της σταθερότητας αλλά και της ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή.

Θέλω να σας ευχαριστήσω που με ακούσατε και δράττομαι της ευκαιρίας να συγχαρώ το επιτελείο του περιοδικού ‘Διπλωματία’, το Ελληνικό Κέντρο Επενδύσεων και να σας διαβεβαιώσω ότι το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας υποστηρίζει πρωτοβουλίες που προάγουν την εξέλιξη, την πρόοδο και τη γνώση στον τομέα άμυνας και ασφάλειας και όχι μόνο. Καθώς κινούμαστε στο πνεύμα των ημερών, στο Ολυμπιακό πνεύμα, εύχομαι, επιτυχία στους στόχους σας, όπως ακριβώς πέτυχαν και οι Ολυμπιακοί αγώνες, τους οποίους με ιδιαίτερη τιμή και υπερηφάνεια διοργανώσαμε στο τόπο που γεννήθηκαν».