ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ:
– ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ Αναπληρωτής υπεύθυνος του Τομέα Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας
– ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ Βουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας
– ΜΑΚΗΣ ΒΟΡΙΔΗΣ Βουλευτής του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού
– ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΜΑΝΑΤΙΔΟΥ Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ
Για τη συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με την ALPHA BANK
– Πιστεύω ότι ο τραπεζικός τομέας έχει να παίξει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ως ο μοχλός και το εργαλείο διοχέτευσης ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Είναι επίσης γεγονός ότι, παρά τις εγγυήσεις που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια -με τελευταία την χορήγηση πάνω από 30 δισεκατομμύρια εγγυήσεων από την Κυβέρνησή μας- ο τραπεζικός τομέας δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτή την εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία.
– Θέλουμε έναν τραπεζικό τομέα ισχυρό, ανταγωνιστικό, εξωστρεφή που θα αναλαμβάνει τις δικές του ευθύνες. Γι’ αυτό υποστηρίξαμε από την αρχή, ως εξαιρετικά θετική, την πρωτοβουλία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος να προχωρήσει σε πρόταση συγχώνευσης με την ALPHA BANK. Δυστυχώς δεν ευοδώθηκε αυτή η πρόταση. Δεν είναι μια θετική εξέλιξη από την πλευρά της ALPHA BANK. Χρειαζόμαστε ευρύτερες τραπεζικές συνέργειες, με τη μορφή των συγχωνεύσεων.
– Η ALPHA BANK έπρεπε να ανταποκριθεί θετικά, να δημιουργήσουμε ισχυρότερους τραπεζικούς πόλους για το καλό της ελληνικής οικονομίας και τη βιωσιμότητα του τραπεζικού ελληνικού συστήματος. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που γνωρίζουμε όλοι. Από την πλευρά μας, έχουμε το δικαίωμα και όλες τις θεσμικές και πολιτικές δυνατότητες, να συμβάλουμε σε συγχωνεύσεις μεγάλων Τραπεζών. Το ότι η ALPHA BANK πήρε μια απόφαση, δεν σημαίνει ότι δεν θα συνεχίσουμε την προσπάθεια στην κατεύθυνση των συγχωνεύσεων.
– Πιστεύω, κ. Σταϊκούρα, ότι σωστά δώσατε κι εσείς τις εγγυήσεις στον τραπεζικό τομέα και σωστά συνεχίζουμε να τις δίνουμε και εμείς. Δεν είναι ένα θέμα αντιπολίτευσης αυτό. Έχουμε κάθε συμφέρον να στηρίξουμε έναν υγιή τραπεζικό τομέα προς όφελος της πραγματικής οικονομίας. Απλώς πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους οι τραπεζίτες και στην προκειμένη περίπτωση, η ALPHA BΑNK δεν το έκανε, με την αρνητική της απάντηση. Αυτό που θέλω να πω και τοποθετούμαι προσωπικά, είναι ότι δεν μπορούμε να στηρίξουμε το μέλλον του τραπεζικού τομέα σε προσωπικά πείσματα. Πρέπει να βγούμε έξω από τις περιχαρακώσεις και τις αντιλήψεις του παρελθόντος και να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας ισχυρός τραπεζικός βραχίονας, ακόμα και δημόσιου χαρακτήρα. Θέλω να τονίσω, ότι θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε ακόμα και μετά την άρνηση της ALPHA BANK. Το δημόσιο έχει ισχυρό λόγο στην ALPHA BANK, όπως και σε όλες τις τράπεζες, με τις εγγυήσεις που χορηγεί.
– Μην ξεχνάμε ότι ήταν προγραμματική προεκλογική δέσμευση του ΠΑΣΟΚ. Εργαζόμαστε προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός ισχυρού τραπεζικού τομέα υπό δημόσιο χαρακτήρα. Έναν δημόσιο ισχυρό βραχίονα στον ευρύτερο τραπεζικό τομέα.
– Πραγματικά προκαλεί εντύπωση, σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής κρίσης, η Νέα Δημοκρατία να μην ξέρει τι ακριβώς θέλει στη σχέση του κράτους με τον τραπεζικό τομέα. Θα ήθελα να θυμίσω δύο πρόσφατα ιστορικά προηγούμενα. Ένα της Κυβέρνησης Μπράουν στη Μεγάλη Βρετανία, που όταν το εθνικό συμφέρον το επέβαλε, έφτασε ακόμα και σε εθνικοποίηση μέρους του τραπεζικού συστήματος. Και ένα πολύ πιο πρόσφατο με την Κυβέρνηση Ομπάμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, που κι αυτή οδηγήθηκε σε εθνικοποιήσεις τραπεζών, για να υπερασπιστεί την πραγματική οικονομία και τα συμφέροντα των πολιτών. Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, ποια ακριβώς είναι η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας σε έναν κρίσιμο τομέα. Το δημόσιο, έχει συμφέροντα στην ALPHA BANK και έχουμε το δικαίωμα και ως Κυβέρνηση και ως κράτος να τοποθετηθούμε και να αξιολογήσουμε τη στάση της ALPHA BANK. Δεν είναι στο απυρόβλητο ο τραπεζικός τομέας.
– Το δημόσιο, όπως έχει λόγο στην Εθνική Τράπεζα, έχει λόγο και στην ALPHA BANK και μάλιστα ισχυρό. Δεν μπορούμε να μένουμε σιωπηλοί, όταν οφείλουμε να υπερασπιστούμε το δημόσιο συμφέρον και τη ρευστότητα της πραγματικής οικονομίας.
Για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και τις αποκρατικοποιήσεις
– Για μας είναι ένας αναπτυξιακός στόχος, η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας, ώστε να συμβάλουμε μέσα απ’ αυτή, στη μείωση του δημοσίου χρέους. Δεν είναι μια υποχρέωση που αναλήφθηκε με τη δανειακή σύμβαση που υπογράφηκε το Μάιο του 2010. Πολύ περισσότερο δεν συνδέεται με τις προϋποθέσεις που τίθενται και είμαστε υποχρεωμένοι να πληρούμε, προκειμένου να πάρουμε τις δόσεις του δανείου κάθε φορά, από τα 110 δισεκατομμύρια € που έχουμε λάβει από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
– Όταν λέμε δεν επιβάλλεται από το μνημόνιο, εννοούμε ότι δεν ελεγχόμαστε για το αν κάθε χρόνο θα υλοποιούμε ένα συγκεκριμένο ποσοστό από την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας. Δεν θα αποτρέπεται, η χορήγηση της δόσης του δανείου, εάν δεν θα έχουμε συμπληρώσει κάποιο συγκεκριμένο ποσό από την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας.
– Είναι ένας εθνικός, ένας αναγκαίος στόχος, για να σπάσουμε το φαύλο κύκλο της αύξησης του δημοσίου χρέους. Συνειδητοποιούμε όλοι τη δύσκολη κατάσταση. Το δημόσιο χρέος αυξάνεται. Πρέπει πραγματικά να μειώσουμε τα ελλείμματα, να πάμε στην κατεύθυνση δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων, έτσι ώστε να αλλάξουμε τη σχέση δημοσίου ελλείμματος – δημοσίου χρέους.
– Ήταν η συνέντευξη της τρόικα την προηγούμενη Παρασκευή που δημιούργησε σοβαρά προβλήματα, λόγω της αμετροέπειας των εκπροσώπων της, του ύφους και των υποδείξεων τις οποίες έκαναν οι εκπρόσωποί της. Ένας αφόρητος διδακτισμός, ο οποίος παραβαίνει κάθε έννοια φιλοξενίας και ισότιμης συνεργασίας μεταξύ εταίρων, μια συμπεριφορά πραγματικά καταδικαστέα απ΄ όλους και από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Από εκεί και πέρα όμως αυτός ο στόχος θα υλοποιηθεί με την προσπάθεια της κυβέρνησης των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Δεν είναι ένας δεσμευτικός στόχος, ο οποίος θα αξιολογείται κάθε 4μηνο από την τρόικα. Όμως από την άλλη πλευρά, μην παίζουμε με τις λέξεις, πολλές φορές ενοχοποιημένα και με “κόμπλεξ”, γιατί είδαμε τις τελευταίες ημέρες να διεξάγεται και ένα παιχνίδι γύρω από τις λέξεις.
– Μιλάμε για αναπτυξιακή αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας. Επειδή μου διαβάσατε και κάποια κείμενα του πρόσφατου παρελθόντος, εμείς ποτέ δεν κρύψαμε την πολιτική αποκρατικοποιήσεων την οποία θα συνεχίσουμε και θα ολοκληρώσουμε. Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής περιλαμβάνονται και πωλήσεις αριθμού μετοχών, εισηγμένων και μη στο Χρηματιστήριο επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Αυτό είναι ξεπούλημα ;
– Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός προχτές, έδωσε την απάντηση με τον πιο καθαρό, αδιαμφισβήτητο και αποφασιστικό τρόπο. Δεν μιλάμε για πώληση δημόσιας γης. Άλλο αυτό και άλλο στο πλαίσιο των αποκρατικοποιήσεων να πουλήσουμε ένα πακέτο μετοχών. Αυτό μπορεί να μας ενοχοποιήσει; Όχι. Πρέπει να ξεφύγουμε από αυτό. Πρέπει να βγούμε από ένα φαύλο κύκλο, στον οποίο πέσαμε όλοι την τελευταία εβδομάδα, στέλνοντας λανθασμένα μηνύματα και προς το εξωτερικό και προς τους επίδοξους επενδυτές του εσωτερικού. Το αποτέλεσμα είναι, σε μια δύσκολη συγκυρία, όπως η σημερινή, αυτά τα λανθασμένα μηνύματα να αποβαίνουν σε βάρος των εθνικών συμφερόντων, να απαξιώνουν τον εθνικό πλούτο και την ακίνητη εμπορικά αξιοποιήσιμη περιουσία του ελληνικού λαού, περιμένοντας στη γωνία, είτε στο εσωτερικό, είτε στο εξωτερικό, να εκμεταλλευτούν αυτές τις δυσκολίες οι επενδυτές για να πάρουν κοψοχρονιά -να μου επιτρέψετε την έκφραση- ακίνητη περιουσία. Δεν πρέπει να το επιτρέψουμε αυτό.
– Κάνουμε πάρα πολύ θεωρητική συζήτηση γύρω από αυτά τα θέματα, αγνοώντας ότι ο εθνικός στόχος είναι η μείωση του δημοσίου χρέους. Νομίζω ότι είμαστε σε μια κρίσιμη συγκυρία που το παιχνίδι των λέξεων μπορεί να έχει ενδιαφέρον μικροπολιτικό ή πολιτικό μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, όμως δεν βοηθά για την υπέρβαση της κρίσης και κυρίως στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που είναι το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος.
– Εγώ στέκομαι στις αποφάσεις της Κυβέρνησης και στις αποφάσεις που θα λάβει η αρμόδια Διϋπουργική Επιτροπή, στη διαμόρφωση όλου αυτού του πακέτου των προς χαρτογράφηση και αξιοποίηση ακινήτων. Εδώ ζούμε όλοι ένα συλλογικό παραλογισμό. Υπάρχει δημόσια γη και ακίνητη περιουσία, την οποία δεν έχει καταγράψει και δεν γνωρίζει καν το δημόσιο αν του ανήκει. Υπάρχουν, ακόμα θα έλεγα, και ολόκληρες περιοχές ή και ακίνητα, τα οποία το δημόσιο ή τα επιμέρους αρμόδια Υπουργεία, δεν γνωρίζουν αν ανήκουν στην ιδιοκτησία τους. Για να μην αναφερθώ στο τεράστιο πρόβλημα, που ενδεχομένως παίρνει και τη διάσταση σκανδάλου, που είναι τα κληροδοτήματα. Άλλο τεράστιο θέμα αυτό. Προχτές ο Πρωθυπουργός οριοθέτησε όλη αυτή τη διαδικασία. Δεν πρόκειται να πουληθεί δημόσια γη. Ένα κτίσμα που μπορεί να είναι εμπορικά αξιοποιήσιμο, καθώς και οι μετοχές εισηγμένων ή μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μπορεί να πωληθούν. Μην παίζουμε με τις λέξεις. Θα αρχίσουμε να παίζουμε με το λεξιλόγιο, όταν ο κύριος στόχος μας είναι εθνικός;
– Από εδώ και πέρα, η διαδικασία θα είναι δύσκολη, σύνθετη και πρέπει να δουλέψουμε με τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια. Είμαστε σε μια περίοδο υψηλού βαθμού καχυποψίας απέναντι σε όλα αυτά τα ζητήματα. Κανείς Υπουργός δεν πρόκειται να βάλει υπογραφή αν δεν έχουν διασφαλιστεί οι θεμελιώδεις κανόνες διαφάνειας. Πρέπει να σπάσει αυτό το αρρωστημένο κλίμα για να μπορέσει να προχωρήσει η χώρα μας. Βεβαίως με τις μέγιστες δυνατές εγγυήσεις διαφάνειας. Είναι μια σύνθετη διαδικασία και μπορεί να πάρει χρόνο.
Για τους αμυντικούς εξοπλισμούς
– Η Εισαγγελία Πρωτοδικών και το ΣΔΟΕ διερευνούν συμβάσεις εξοπλιστικών προγραμμάτων του παρελθόντος. Εγώ ήθελα να επισημάνω καθαρά πολιτικά το μεγάλο πρόβλημα των τελευταίων 35 χρόνων σε σχέση με τους αμυντικούς εξοπλισμούς. Αυτό το πρόβλημα δεν είναι τίποτε άλλο παρά το μεγάλο “ταμπού” που είχαμε όλοι για την άμυνα, τους εξοπλισμούς, τις αμυντικές δαπάνες. Το ανεξέλεγκτο των αμυντικών δαπανών, που οδηγούσε πολλές φορές σε προβληματικές συμβάσεις, με κόστος πολύ μεγαλύτερο από το αρχικά προϋπολογιζόμενο, για την ελληνική οικονομία, την εθνική άμυνα της χώρας και τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
– Η έλλειψη διαφάνειας, τα λάθη, οι άστοχες κινήσεις που έγιναν σε συμβάσεις, όλα αυτά επιβάρυναν σε πολύ σημαντικό βαθμό τους αμυντικούς προϋπολογισμούς της χώρας για πολλά χρόνια. Δεν είμαι ούτε δικαστής, ούτε αστυνομικός ρεπόρτερ. Έχει επιληφθεί η Εισαγγελία Πρωτοδικών, το ΣΔΟΕ για συγκεκριμένες υποθέσεις του παρελθόντος. Εγώ πολιτικά θέλω να σας πω ότι από τον Οκτώβρη του 2009 μπήκε μια διαχωριστική γραμμή από ένα παρελθόν, πολλές φορές προβληματικό, το οποίο μας ταλαιπωρεί ακόμη και σήμερα. Πολλές από τις συμβάσεις του παρελθόντος από την περίοδο 1999- 2000 έως το 2009 μας ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα, είτε συνεπεία πράξεων, είτε συνεπεία παραλείψεων.
– Είναι γνωστό σε όλους, ότι πολλές φορές προκλήθηκε τεχνητή ζήτηση, προκειμένου να πάρουμε εξοπλισμούς και να υπογράψουμε αμυντικές συμβάσεις, χωρίς να έχουμε σχεδιάσει επιχειρησιακά τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων. Τεχνητή ζήτηση που δεν συνδεόταν με πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων. Η Κυβέρνηση μας το έχει πει, θέλουμε τη διαφάνεια στον τομέα των αμυντικών δαπανών, αλλά θέλω να επισημάνω ιδιαίτερα, ότι το δημόσιο χρέος των 350 δισεκατομμυρίων ευρώ δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις αμυντικές δαπάνες ή στους υπέρογκους εξοπλισμούς των προηγούμενων 35 χρόνων.
– Αν δούμε τα χρέη των δημόσιων νοσοκομείων, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, το τεράστιο κόστος που είχαν τα νοσοκομεία όλα αυτά τα χρόνια ή άλλοι τομείς της άσκησης δημόσιας εξουσίας, θα δούμε ότι ήταν υπέρτερο από το κόστος των αμυντικών δαπανών. Απλά γύρω από τις αμυντικές δαπάνες υπήρχε ένα μυστήριο, ακριβώς επειδή ήταν αδιαφανείς ή ανεξέλεγκτες οι διαδικασίες. Σήμερα προχωρήσαμε σε μια θεσμική τομή και οι συνάδελφοι το γνωρίζουν. Έχουμε θεσμοθετήσει μια Ειδική Διαρκή Επιτροπή για τους αμυντικούς εξοπλισμούς και τις συμβάσεις. Ενημερώσαμε πλήρως τους συναδέλφους της Διαρκούς Επιτροπής για όλες τις εξελίξεις γύρω από τα εξοπλιστικά προγράμματα. Όλα τίθενται υπό τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, τον έλεγχο της Βουλής. Όλα εδράζονται στη διαφάνεια μέσα από θεσμοθετημένες διαδικασίες.
– Όπως απάντησε ο συνάδελφος ο κ. Βενιζέλος και εγώ, υπό το φως των εξελίξεων και εφόσον ζητηθεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών και υπάρξουν στοιχεία, ασφαλώς είμαστε έτοιμοι, ως Κυβέρνηση και ως πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Άμυνας, να προχωρήσουμε προς την κατάθεση αγωγών.