«Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι.
Χαίρομαι πάρα πολύ γιατί βρίσκομαι εδώ μαζί σας τιμώντας τη μνήμη του Λάμπρου Παπαντωνίου που υπήρξε και δικός μου πολύ στενός προσωπικός φίλος και ίσως είναι μεγάλη παράλειψή μας και εδώ στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα το γεγονός ότι από το θάνατό του έως σήμερα δεν έχουμε οργανώσει μια μεγάλη εκδήλωση, προκειμένου να τιμήσουμε αυτόν τον μοναδικό, αυθεντικό Έλληνα που έδωσε καθημερινές μάχες στην Ουάσιγκτον, προκειμένου να πληροφορεί γρήγορα και έγκαιρα τον ελληνικό λαό αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη. Με τις πιεστικές ερωτήσεις του στην καθημερινή ενημέρωση των εκπροσώπων του Τύπου στο State Department αλλά και στο Λευκό Οίκο έδινε πολύ συχνά τον τόνο της δημόσιας συζήτησης γύρω από πολύ κρίσιμα θέματα εθνικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα. Θέλω να ελπίζω ότι πολύ σύντομα θα επανορθώσουμε αυτήν την εθνική παράλειψη, που είναι παράλειψη και της Πολιτείας και των φίλων του, και θα τιμήσουμε με τον αρμόζοντα τρόπο τον Λάμπρο Παπαντωνίου.
Χαίρομαι επίσης γιατί βρίσκομαι στην ίδια αίθουσα και στο ίδιο πάνελ με το Θόδωρο Καρυώτη, που σας μίλησε προηγουμένως, έναν στενό και αγαπητό μου φίλο, έναν λαμπρό Έλληνα της Αμερικής, της πανεπιστημιακής Αμερικής αλλά και της Αμερικής των εθνικών αγώνων και των εθνικών συμφερόντων, έναν άνθρωπο που έχει ταυτίσει την παρουσία του εκεί όχι μόνο με τη διδασκαλία και την έρευνα στα πεδία της οικονομικής επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Maryland, αλλά και με το Δίκαιο της Θάλασσας, γιατί είχε την ευκαιρία ως οικονομικός σύμβουλος της ελληνικής Πρεσβείας στην Ουάσιγκτον την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ανδρέα Παπανδρέου, από το 1981 και μετά, να μετάσχει ενεργά ως μέλος της εθνικής ελληνικής αντιπροσωπείας στην διαπραγμάτευση για τη σύναψη της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας, της Σύμβασης του Montego Bay. Αυτός είναι και ο λόγος που στη συνέχεια έχει αφιερωθεί στην ανάδειξη βασικών και λεπτών εννοιών της σύμβασης αυτής, κυρίως σε σχέση με τις επιμέρους θαλάσσιες ζώνες, όπως είναι η υφαλοκρηπίδα και η αποκλειστική οικονομική ζώνη και τις διαδικασίες οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών.
Με τον Μιχάλη Ιγνατίου με συνδέει πολύ παλιά φιλία και είναι το σημείο αναφοράς όλων μας στην Ουάσιγκτον και τη Νέα Υόρκη, τον βλέπετε καθημερινά. Είναι μια φωνή που μεταφέρει κρίσιμες, διασταυρωμένες πληροφορίες για θέματα όχι μόνο εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής αλλά τώρα τελευταία και για θέματα οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, που τελικώς είναι εξαιρετικά κρίσιμα για την ίδια την έννοια και την εμβέλεια της εθνικής μας κυριαρχίας. Ο δε Μάριος Ευρυβιάδης, συνάδελφος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, είναι μια από τις πιο έγκυρες πένες και φωνές στο χώρο των διεθνών σχέσεων και της διπλωματικής ιστορίας και χαίρομαι γιατί τον καλωσορίζουμε και αυτόν στη Θεσσαλονίκη. Ο Στέφανος Διαμαντόπουλος είναι δικός μας και δε χρειάζεται να πω κάτι.
* * *
Οι δύο πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και οι δύο δημοσιογράφοι που με συντροφεύουν σήμερα εδώ, έχουν το μεγάλο προνόμιο της ελευθεριότητας στην έκφρασή τους όταν αναφέρονται σε πολύ κρίσιμα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, όταν αναφέρονται στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, στη θέση και τη στρατηγική των ΗΠΑ.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας οφείλει να υπακούσει σε πολύ αυστηρούς περιορισμούς γιατί χειρίζεται τις πιο λεπτές όψεις της εθνικής πολιτικής, την αμυντική πολιτική αλλά και τις πιο κρίσιμες ίσως όψεις της εξωτερικής πολιτικής που είναι αυτές που συνδέονται άμεσα με την εθνική ασφάλεια και την εθνική άμυνα της χώρας.
Έχοντας τούτο κατά νου θα προσπαθήσω να σας μιλήσω με αφορμή αυτό το πολύ σημαντικό βιβλίο περισσότερο βιωματικά και λιγότερο πολιτικά, λέγοντάς σας ότι έχω παρακολουθήσει τον ύστερο Ανδρέα Παπανδρέου σε όλες τις φάσεις άσκησης της εξωτερικής πολιτικής από το 1989 έως το 1996, οπότε και πέθανε, τόσο όσο ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπό δικαστική δίωξη αλλά και στη συνέχεια ενόψει της επανόδου του στην εξουσία και βέβαια τα δύο τελευταία χρόνια της πρωθυπουργικής του θητείας, από το 1993 έως τον Ιανουάριο του 1996. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου και το πρίσμα μέσα από το οποίο οφείλουμε να αξιολογήσουμε συνολικά την αντίληψη και την πρακτική του Ανδρέα Παπανδρέου στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και κυρίως στο πεδίο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.
Από την επίσκεψη του Γεωργίου Παπανδρέου στην Ουάσιγκτον με πρόσκληση του Προέδρου Linton Johnson, οπότε και πήγε συνοδευόμενος από το γιο του, τότε αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού Ανδρέα Παπανδρέου, στη δεκαετία του ’60 μέχρι την τελευταία και όπως έδειξε η ιστορία μόνη επίσημη επίσκεψη του Ανδρέα Παπανδρέου ως πρωθυπουργού το 1994, μεσολάβησαν τριάντα ολόκληρα χρόνια. Αυτή την τελευταία επίσκεψη του 1994 μετά από πρόσκληση του Προέδρου Clinton την αξιοποιούν οι συγγραφείς στο βιβλίο τους αυτό γιατί έτσι αρχίζει η αφήγησή τους. Αυτήν την επίσκεψη την είχαμε προετοιμάσει μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου, καθώς είχα την ευκαιρία να είμαι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της τελευταίας κυβέρνησής του, εκ της ιδιότητός μου άμεσα αναμεμειγμένος σε όλους τους χειρισμούς της εξωτερικής πολιτικής, στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις ελληνοαλβανικές σχέσεις, τη διαχείριση του ζητήματος της FΥROM, όλα τα ζητήματα τα οποία συγκροτούν τους μεγάλους φακέλους των εθνικών μας θεμάτων. Και γνωρίζω πάρα πολύ καλά, αυθεντικά ως μάρτυρας, πόσο μεγάλη σημασία απέδιδε ο Ανδρέας Παπανδρέου σε αυτήν του την επίσκεψη.
Το βασικό του ερώτημα ήταν πώς θα την προβάλουμε την επίσκεψη αυτή, πώς η επίσκεψη αυτή θα καταγραφεί στα αμερικανικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά. Και το συμπέρασμα των συζητήσεών μας ήταν εντυπωσιακά απλό. Του είχα πει -και συμφωνούσε- ότι αν πας εκεί και αναλάβεις μια πολύ μεγάλη πρωτοβουλία, η οποία ενδεχομένως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιστορικά ενδοτική, να είσαι βέβαιος ότι θα έχεις πάρα πολύ μεγάλη προβολή στα αμερικανικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης. Εάν επιμείνεις σε μια ορθολογική, ιστορικά ευαίσθητη και αξιοπρεπή στάση μπορεί η καταγραφή στα μέσα ενημέρωσης να είναι από μικρή έως μηδενική, αλλά η καταγραφή στο βιβλίο της ιστορίας θα είναι θετική. Και νομίζω ότι αυτό έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Από την άλλη μεριά είναι προφανές ότι όταν μιλάει κανείς για τις ΗΠΑ και για οποιαδήποτε χώρα πρέπει να έχει υπόψη του ότι τα πράγματα κινούνται λίγο πολύ όπως κινούνται και στη δική μας χώρα από πλευράς εσωτερικής διοίκησης και λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Δηλαδή δεν υπάρχει ούτε η απόλυτη επαγγελματική συνέπεια, ούτε η απόλυτη σοβαρότητα. Μπορεί να βρει κανείς και καλούς και κακούς, μπορεί να βρει κανείς ανθρώπους που σκέπτονται με στερεότυπα και ανθρώπους που σκέφτονται πιο πολύπλοκα για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Μάριου Ευρυβιάδη σε σχέση με την ύπαρξη δύο Αμερικών.
Πράγματι, υπάρχει κατ’ αρχάς μια Αμερική που σκέπτεται μονοπολικά και μια Αμερική που θα ήθελε να σκέπτεται και να πράττει πολύ-πολικά. Υπάρχουν σε όλες τις χώρες τέτοιες συγκρούσεις ιδεολογικές, πολιτικές, φιλοσοφικές, αισθητικές. Μήπως στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ζούμε αυτό το τεράστιο έλλειμμα, που είναι όχι μόνο θεσμικό και πολιτικό, αλλά και διανοητικό τελικά και πολιτικό, ένα έλλειμμα ηγεσίας σε μια περίοδο πολύ μεγάλης κρίσης και μάλιστα κρίσης που θίγει τον ίδιο τον πυρήνα της ευρωπαϊκής προοπτικής γιατί θίγει το ίδιο το ευρώ; Πρέπει να ξέρουμε ότι είμαστε αντιμέτωποι με αφελείς προσεγγίσεις, με στερεότυπα τα οποία αναπαράγονται, με απλουστεύσεις. Και είναι πάρα πολύ δύσκολο για κάποιον που δεν έχει βιώσει σε βάθος την ελληνική πραγματικότητα να παρακολουθήσει τις αποχρώσεις του πολιτικού λόγου προσώπων που κάτι εννοούν με αυτά που λένε στο δημόσιο λόγο τους. Κινδυνεύει να οδηγηθεί σε παρεξηγήσεις γιατί δεν αντιλαμβάνεται πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.
Μη σας εκπλήσσουν τα έγγραφα αυτά. Μήπως δεν ήταν αρκετά ίδιες οι αντιλήψεις που επικρατούσαν σε ένα μέρος του ελληνικού πολιτικού συστήματος, της ελληνικής δημοσιογραφίας και της ελληνικής κοινής γνώμης τις παραμονές της νίκης του ΠΑΣΟΚ το 1981; Θα μπορούσα να επικαλεστώ δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής για τους φόβους των εκπροσώπων του ελληνικού επιχειρηματικού κόσμου. Για το ενδεχόμενο μεγάλης φυγής κεφαλαίων λόγω της ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία που θα είχε ως συνέπεια ραγδαίες κρατικοποιήσεις και δεσμεύσεις των καταθέσεων. Φέρτε στο νου σας μία και μόνη μαρτυρία, την πιο έγκυρη, τις εγγραφές που έχει κάνει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο αρχείο του το οποίο έχει δημοσιευτεί επισήμως στην πολύτομη έκδοση του Ιδρύματος Καραμανλή για το ποια προβλήματα θα αντιμετώπιζε ο ίδιος, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενόψει της επικείμενης νίκης του ΠΑΣΟΚ και της ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Θέλω να σας κάνω μια αντιπαραβολή μεταξύ δύο πολύ σημαντικών, των πιο σημαντικών προσωπικοτήτων της μεταπολιτευτικής πολιτικής μας ιστορίας. Ποιος έκανε την πιο ριζοσπαστική κίνηση, αυτή που θα μπορούσε να δημιουργήσει τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική; Ενδεχομένως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, διότι υπό την πίεση του ελληνικού λαού και υπό την πίεση των ιστορικών περιστάσεων αποφάσισε την απόσυρση της χώρας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1974 και από το 1974 έως σήμερα, το 2011, στην πραγματικότητα αγωνιζόμαστε να επανέλθουμε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ με τους ίδιους όρους με τους οποίους βρισκόμαστε σ’ αυτό πριν από το 1974.
Τώρα αρχίζει μια συζήτηση που θα διαρκέσει το επόμενο εξάμηνο σε δύο Συνόδους Υπουργών Αμύνης του ΝΑΤΟ, το Μάρτιο και τον Ιούνιο, για τη Νέα Δομή Διοίκησης. Μια συζήτηση που στον πυρήνα της τοποθετείται το ζήτημα του επιχειρησιακού ελέγχου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Άρα θα ξανασυζητήσουμε για τα θέματα του 1974, του 1977, του 1981, του 1984, με το έγγραφο του τότε γενικού γραμματέα Luns του 1987 με την κρίση στη θέση Μπάμπουρας που ήταν το προοίμιο του Νταβός, με το 1996 και τα Ίμια, με το 2000 και τη Μαδρίτη, με το 2002 και το Ελσίνκι, με το 2006 και το κείμενο των οδηγιών του ανώτατου επιχειρησιακού διοικητή του ΝΑΤΟ, του SACEUR, σε σχέση με την δήθεν “ιδιορρυθμία” που έχει το Αιγαίο και τα νησιά του. Τα ίδια πράγματα, τα ίδια πράγματα…
Όταν πήγα για πρώτη φορά στη σύνοδο Υπουργών Αμύνης του ΝΑΤΟ, μου είπε ένας παλαιός πρέσβης που έτυχε να είναι στην αντιπροσωπεία ότι σ’ αυτή τη θέση κάθισε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1981 ως πρωθυπουργός και Υπουργός Άμυνας και διατύπωσε τον περιβόητο αστερίσκο στο ΝΑΤΟ. Λέω κι εγώ στην ίδια θέση κάθομαι και έχω να αντιμετωπίσω τα έγγραφα του Luns του 1984 και όλη τη σειρά των εγγράφων αυτών που είναι μια πραγματικότητα. Χθες είχα την ευκαιρία να δεχθώ στο γραφείο μου τον ανώτατο διοικητή των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη και την Αφρική και διοικητή του ΝΑΤΟϊκού Στρατηγείου της Νάπολης, με τον οποίο συζητήσαμε τα ίδια πράγματα, τα ίδια συζητάμε και με τον κ. Rasmussen, τα ίδια συζητάμε και με το ναύαρχο Σταυρίδη, τα ίδια συζητάμε επί χρόνια τώρα.
Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι τελικά πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα όπως εξελίσσονται μέσα στη γενικότερη διακύμανση του παγκόσμιου και του περιφερειακού συσχετισμού δυνάμεων. Και αυτήν την ικανότητα την είχε στον ύψιστο βαθμό ο Ανδρέας Παπανδρέου. Γι’ αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο για Αμερικανούς αναλυτές, για Αμερικανούς διπλωμάτες, για Αμερικανούς δημοσιογράφους, όπως και για πάρα πολλούς Έλληνες να αντιληφθούν τις αποχρώσεις της βαθύτερης σκέψης του, δηλαδή τελικά τις αποχρώσεις της στρατηγικής του. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν αυτός που αντιμετώπισε το ζήτημα των βάσεων, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν αυτός που διαμόρφωσε το προοίμιο όλων των πολιτικών της δεκαετίας του ‘90 και του 2000 μέχρι σήμερα. Την τελευταία διετία της πρωθυπουργίας του, κορυφαίο σημείο της οποίας είναι η επίσκεψή του στις ΗΠΑ το 1994, σας θυμίζω ότι τέθηκαν οι βάσεις για όλο το πλέγμα των θεμάτων που κυριαρχούν μέχρι σήμερα.
Τι εννοώ; Τότε λήφθηκε η απόφαση να αναδείξουμε ως προτεραιότητα της εθνικής μας πολιτικής την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τότε αποφασίστηκε να συνδεθεί η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Αυτό έγινε μεταξύ ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής στην Κέρκυρα και παραίτησης του Ανδρέα Παπανδρέου από την πρωθυπουργία. Τότε αποφασίστηκε να ξεκινήσει η μεγάλη προσπάθεια δημοσιονομικής και μακροοικονομικής ανασυγκρότησης, προκειμένου η χώρα να ενταχθεί στην ΟΝΕ και τη ζώνη του ευρώ. Προσέξτε, με πληθωρισμό 14% και με επιτόκια που πολλές φορές έφταναν το 25%. Με μακροοικονομικά δεδομένα δραματικά και ιλιγγιώδη που δεν έχουν καμία σχέση με τα δεδομένα ακόμα και στη χειρότερη φάση της κρίσης του 2009–2011. Τότε αποφασίσαμε να διεκδικήσουμε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, δηλαδή την πιο καλή στιγμή της χώρας, την οποία στη συνέχεια φοβήθηκε και η κυβέρνησή της και η χώρα η ίδια και η κοινωνία και τη θεώρησε σχεδόν βλασφημία και την απέκρουσε.
Δεν ήταν εύκολο για κανένα αναλυτή, ψυχογράφο, σύμβουλο του Υπουργού Εξωτερικών ή του Προέδρου των ΗΠΑ να τα συλλάβει όλα αυτά. Δεν τα έχει συλλάβει ούτε καν ένα μέρος του ελληνικού πολιτικού προσωπικού. Πώς είναι δυνατόν να έχουμε την αξίωση να τα συλλάβουν αυτοί που έγραφαν τέτοιου είδους έγγραφα;
Και τώρα μπορεί να γράφονται έγγραφα στα οποία δεν γίνεται αντιληπτή η βαθύτερη ουσία του πράγματος. Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να επικοινωνείς με αίσθημα αξιοπρέπειας και θεσμικής ισοτιμίας με τους συνομιλητές σου, να τους μιλάς καθαρά, γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μόνον οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους σε όλα τα θέματα. Γι’ αυτό και είναι τελείως διαφορετικό το επίπεδο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων τώρα. Γιατί τώρα γίνεται αντιληπτό αυτό που λέμε αλλά και εμείς, έχουμε μάθει να το λέμε πάρα πολύ καθαρά, πάρα πολύ απλά και με ευθύ τρόπο. Και γι’ αυτό θεωρώ ότι κινείται σε ένα πάρα πολύ καλό επίπεδο η διμερής μας σχέση και γι’ αυτό αποδίδουμε πάρα πολύ μεγάλη σημασία και στο ρόλο των ΗΠΑ προκειμένου να ξυπνήσει από το λήθαργό της η Ευρωπαϊκή Ένωση και να αντιληφθεί τι είδους οικονομική και κυρίως νομισματική πολιτική εφαρμόζουν οι ΗΠΑ μέσω της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κρίση. Γιατί είναι πραγματικά θλιβερό να παρατηρεί κανείς ότι μπορεί η αμερικανική πολιτική να είναι πιο φιλική για το μέλλον του ευρώ από ό,τι είναι η πολιτική πολλών ευρωπαϊκών χωρών σήμερα.
Όπως είναι εξαιρετικά προβληματικό να διαπιστώνει κανείς ότι όπως από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από την εποχή του Προέδρου Wilson, που αναφέρθηκε προηγουμένως, μέχρι σήμερα, το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας είναι καλώς ή κακώς ένα πρόβλημα ευρωατλαντικό. Γιατί η Ευρώπη ζήτησε την Αμερική και για να τελειώσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και για να τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και για να διεξαχθεί, όπως διεξήχθη και όπως κατέληξε, ο Ψυχρός Πόλεμος και γι’ αυτό το ΝΑΤΟ είναι μια πραγματικότητα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, και όλοι προσπαθούν να έχουν μια επαφή με το μηχανισμό αυτό. Όταν λέω όλοι εννοώ πολλές χώρες πέραν της Ευρώπης και πέραν του Καναδά. Χώρες της Λατινικής Αμερικής, χώρες της Ασίας. Και το ίδιο συμβαίνει, δυστυχώς ή ευτυχώς, και στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, όπου το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην πραγματικότητα τι είναι; Λειτουργεί όπως το ΝΑΤΟ στην οικονομία. Είναι μια ευρωατλαντική γέφυρα η οποία ίσως θα έπρεπε να λειτουργήσει με πιο θετικό τρόπο, δηλαδή να οδηγήσει σε κανόνες παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης που να σώζουν τα κράτη απέναντι στην πίεση των αγορών. Διότι στην πραγματικότητα αυτό είναι που διακυβεύεται τώρα. Είναι το τι μπορεί να απομείνει από την κρατική ισχύ, την κρατική κυριαρχία και την κρατική υπόσταση όχι σε ένα σύστημα διεθνών σχέσεων όπου υπάρχουν υποκείμενα του Διεθνούς Δικαίου, κράτη και διεθνείς οργανισμοί, αλλά υπάρχουν ανώνυμες δυνάμεις μιας ανεξέλεγκτης “αγοράς”.
Είμαι βέβαιος ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου με τον μοναδικό του τρόπο, ως οικονομολόγος, ως αναλυτής των διεθνών εξελίξεων, ως στρατηγικός νους, πράγματι αν ζούσε σήμερα θα έθετε το δάκτυλό του επί τον τύπο των ήλων και θα έλεγε τα πράγματα αυτά όπως πρέπει να τα λέμε. Γι’ αυτό πρέπει χωρίς προκατάληψη, χωρίς στερεότυπα, με τη δυναμική που απορρέει μέσα από την ίδια την κρίση, να κάνουμε επιλογές, οι οποίες μπορεί να φαίνονται λίγο παράδοξες αρχικά αλλά σπάνε τα δεσμά στα οποία βρισκόμαστε δυστυχώς. Γιατί είμαστε αιχμάλωτοι μιας κατάστασης η οποία είναι δυσβάσταχτη και για την οποία έχουμε και εμείς πάρα πολύ μεγάλη ευθύνη. Και κλείνω μ’ αυτό.
Ποτέ ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν υπέπεσε στο θεμελιώδες ιστορικό και πολιτικό παράπτωμα να θεωρήσει ότι για τα προβλήματά μας φταίνε οι άλλοι. Ότι είμαστε θύματα μιας παγκόσμιας ανθελληνικής συνομωσίας. Ότι φταίνε μόνο οι Αμερικανοί, φταίνε μόνο οι Γερμανοί, φταίνε μόνον οι δυνάμεις της αγοράς, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα και δε φταίμε εμείς. Είμαστε πάντα αυτοί που έχουμε την πρώτη ευθύνη. Και για να είμαστε αξιοπρεπείς, για να χρησιμοποιήσω μια ήπια έκφραση (να μην πω για να είμαστε κυρίαρχοι, για να είμαστε ανεξάρτητοι, γιατί όλα αυτά στην εποχή μας έχουν σχετικοποιηθεί πάρα πολύ, πρέπει να τα διεκδικούμε αλλά πολύ δύσκολα τα πετυχαίνουμε), για να είμαστε αξιοπρεπείς, για να είμαστε ισότιμοι, για να διατηρούμε βαθμούς ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, πρέπει να έχουμε συνείδηση και της κατάστασής μας και της ευθύνης μας και των δυνατοτήτων μας. Αυτό πιστεύω ότι είναι και το βασικό ιστορικό απόθεμα που μας αφήνει ως κληρονομιά ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Σας ευχαριστώ πολύ».