Παρουσία ΥΕΘΑ Νίκου Δένδια στο Europa-Forum Wachau ’26, και συνάντηση με την Υπουργό Άμυνας της Αυστρίας, στην πόλη Κρεμς

19 Μαΐου, 2026

Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, συμμετείχε σήμερα, Τρίτη 19 Μαΐου 2026, στο Europa-Forum Wachau ’26, με θέμα «European Security Architecture: From the End of Order to Joint Initiative», που πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστημιακό Campus της αυστριακής πόλης Κρεμς.

Στις εργασίες του Φόρουμ συμμετείχαν, επίσης, η Υπουργός Άμυνας της Αυστρίας Klaudia Tanner και ο Υπουργός Άμυνας της Μολδαβίας Anatolie Nosatii.

Τους Υπουργούς καλωσόρισε στο Φόρουμ ο Πρόεδρός του, πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας Πρέσβης Michael Linhart.

Η θεματική του Φόρουμ ήταν αφιερωμένη στα «κεντρικά ζητήματα της ευρωπαϊκής κυριαρχίας μέσα σε μια εύθραυστη παγκόσμια τάξη», όπως και στις εξελίξεις τις επόμενες τρεις δεκαετίες.

Ακολουθεί η παρέμβαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (μετάφραση από τα αγγλικά):

«Κύριοι Υπουργοί, κύριε Πρόεδρε, κύριε Πρέσβη Linhart Michael, Εξοχότατοι, διακεκριμένοι συμμετέχοντες, κυρίες και κύριοι,

Είναι πολύ μεγάλη τιμή για μένα σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και υπό την επίσημη ιδιότητά μου ως Υπουργού Εθνικής Άμυνας της Ελληνικής Δημοκρατίας, να απευθύνομαι σήμερα σε αυτό το διακεκριμένο Φόρουμ. Ένα φόρουμ που εδώ και 30 χρόνια αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές πλατφόρμες της Ευρώπης. Πλατφόρμες με αντίκτυπο στο κοινό μας μέλλον.

Το θέμα που επιλέξατε για αυτή την επετειακή έκδοση, «Τα επόμενα 30 χρόνια», είναι απατηλά απλό. Αποτελεί μια πρόσκληση να αξιολογήσουμε πού βρισκόμαστε και μια πρόκληση να μιλήσουμε ειλικρινά για το τι πρέπει ακόμη να γίνει η Ευρώπη. Όταν συγκλήθηκε το πρώτο Φόρουμ «Europa» το 1995, η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ασφάλειας βασιζόταν σε παραδοχές που, δυστυχώς, έκτοτε έχουν συστηματικά καταρριφθεί. Η ειρήνη στην ήπειρό μας αντιμετωπιζόταν ως μια μη αναστρέψιμη κατάσταση, όχι ως μια ευθύνη που απαιτεί συνεχή επένδυση. Η άμυνα θεωρούνταν ως μια δευτερεύουσα λειτουργία, κάτι που έπρεπε να διαχειριστεί κανείς παρά να διαμορφώσει.

Και η τεχνολογία θεωρούνταν κυρίως ως κινητήρια δύναμη της οικονομικής ευημερίας, όχι ως το πεδίο στο οποίο θα κρίνονταν οι μελλοντικές συγκρούσεις. Κάθε μία από αυτές τις παραδοχές διαψεύστηκε από τα γεγονότα. Ό,τι θεωρούνταν δεδομένο αποδείχθηκε, τουλάχιστον, εύθραυστο. Ό,τι είχε αναβληθεί έχει καταστεί επείγον, και αυτό που κάποτε θεωρούνταν εξαιρετικό, αποτελεί πλέον τον κανόνα. Η χώρα μου, η Ελλάδα, όχι μια μεγάλη χώρα, μια μεσαίου μεγέθους χώρα της Ευρώπης, δεν παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις από μια άνετη απόσταση.

Ευρισκόμενοι στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, στο σημείο συνάντησης της Ανατολικής Μεσογείου, του Αιγαίου και των Βαλκανίων, και λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής, δραστηριοποιούμαστε σε ένα περιβάλλον ασφάλειας που, από κάθε άποψη, συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο απαιτητικών στον κόσμο. Και, δυστυχώς, δεν έχουμε την πολυτέλεια της στρατηγικής αμφισημίας. Οι απειλές που αντιμετωπίζουμε είναι συνεχείς και εξελισσόμενες. Ο αναθεωρητισμός, η εκμετάλλευση της μετανάστευσης και η διαρκής αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν αποτελούν για εμάς θεωρητικά ζητήματα που συζητούνται σε φόρουμ. Είναι καθημερινές πραγματικότητες.

Αυτή ακριβώς η εμπειρία είναι που ώθησε την Ελλάδα να επενδύει σταθερά στον τομέα της άμυνας. Σήμερα, η Ελλάδα διαθέτει πάνω από το 3% του ΑΕΠ της για την εθνική άμυνα, το υψηλότερο ποσοστό, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ένα από τα υψηλότερα στο ΝΑΤΟ. Και αυτή δεν είναι μια πολιτική επιλογής. Είναι αποτέλεσμα αναγκαιότητας. Η σημερινή συζήτηση επικεντρώνεται στην άμυνα και την τεχνολογία.

Επιτρέψτε μου να μιλήσω ευθέως. Αυτά τα δύο δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν. Το πεδίο μάχης του 21ου αιώνα δεν καθορίζεται από τη μάζα. Καθορίζεται από την ταχύτητα λήψης αποφάσεων, τον αριθμό των αισθητήρων, την ανθεκτικότητα των δικτύων και την ικανότητα ενσωμάτωσης της τεχνητής νοημοσύνης στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τη διοίκηση και τον έλεγχο (command and control), καθώς και στην εκτέλεση. Και εμείς, η Ελλάδα, έχουμε εξαγάγει τα κατάλληλα συμπεράσματα.

Μέσω της μεταρρύθμισης της εθνικής μας άμυνας, της «Ατζέντας 2030», δεν προχωράμε απλώς στην απόκτηση νέων πλατφορμών. Αναδιαμορφώνουμε ολιστικά τα θεμέλια της αμυντικής μας αρχιτεκτονικής. Το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) συνενώνει τις Ένοπλες Δυνάμεις, τη βιομηχανία και τα ερευνητικά μας ιδρύματα σε ένα πλαίσιο που έχει σχεδιαστεί για να επιταχύνει την προσαρμογή και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Περνάμε από την εξάρτηση στη συμμετοχή, από τις προμήθειες στην παραγωγή. Ας δώσω ένα παράδειγμα: το νέο μας αντι-drone σύστημα «Κένταυρος», το οποίο σχεδιάστηκε, αναπτύχθηκε και δοκιμάστηκε στην Ελλάδα πριν αναπτυχθεί σε επιχειρησιακά απαιτητικά περιβάλλοντα στην Ερυθρά Θάλασσα, αποτελεί ένα παράδειγμα αυτής της μετάβασης, και δεν είναι το μοναδικό.

Αλλά, για άλλη μια φορά, ας είμαι σαφής: κανένα ευρωπαϊκό κράτος, όσο αφοσιωμένο κι αν είναι, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πλήρες φάσμα των σύγχρονων απειλών μόνο με εθνικές δράσεις. Και αυτό με φέρνει στην ευρωπαϊκή διάσταση, η οποία σε αυτό το Φόρουμ είναι η πιο σημαντική. Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια αποφασιστική στιγμή όσον αφορά τη σχέση της με την ίδια της την ασφάλεια. Μια αξιόπιστη ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική απαιτεί ταυτόχρονα τέσσερα στοιχεία: πολιτική βούληση, βιομηχανική ικανότητα, καινοτομία και τεχνολογική κυριαρχία. Το καθένα ενισχύει και συμπληρώνει το άλλο. Τίποτα από αυτά δεν αρκεί από μόνο του.

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, η PESCO, το πρόγραμμα Diana και το Ταμείο Καινοτομίας του ΝΑΤΟ αποτελούν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Επιτρέψτε μου, επίσης, να αναφερθώ στο SAFE, ένα χρηματοδοτικό μέσο που δημιουργήθηκε από την επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης της αμυντικής βιομηχανικής βάσης της Ευρώπης. Η επείγουσα ανάγκη υπό την οποία σχεδιάστηκε το SAFE οδήγησε σε λάθη. Και θα ήθελα να σας μιλήσω με ειλικρίνεια.

Αφήνει επίσης ανεπίλυτα διαρθρωτικά ζητήματα σχετικά με την Ευρώπη, τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν τώρα. Οποιαδήποτε ερμηνεία του κανονισμού SAFE από ορισμένους εταίρους, η οποία συνεπάγεται την άνευ όρων χρηματοδότηση των αμυντικών βιομηχανιών εκείνων που μας απειλούν και προβάλλουν αξιώσεις εναντίον μας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάποια μορφή ουδετερότητας. Μια συνεκτική Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας προϋποθέτει μια κοινή αντίληψη των απειλών και τον πλήρη σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των κρατών-μελών. Και υπάρχει η αντίληψη ότι το SAFE αποτελείται από δωρεάν χρήματα, ότι κατά κάποιον τρόπο χάνουμε αν δεν τα ξοδέψουμε. Το SAFE, κυρίες και κύριοι, δεν είναι δωρεάν.

Πρόκειται για δάνειο, δηλαδή για δανικά χρήματα. Και ενώ οι στόχοι του εργαλείου Safe εντάσσονται στην ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής και τεχνολογικής βιομηχανικής βάσης, προκύπτουν σοβαρές πρακτικές ανησυχίες όσον αφορά το πλαίσιο εφαρμογής του. Ειδικότερα, η ανάγκη για ταχεία επέκταση των εθνικών αμυντικών βιομηχανικών δυνατοτήτων εντός ενός εξαιρετικά περιορισμένου χρονικού πλαισίου εφαρμογής δημιουργεί σημαντικά προβλήματα για τα κράτη-μέλη.

Θα σας δώσω μια πολύ σαφή εξήγηση εκτός κειμένου, για να καταλάβετε τι εννοώ. Με το SAFE, όπως έχει σχεδιαστεί σήμερα, οι συμφωνίες πρέπει να επιτευχθούν εντός του τρέχοντος έτους. Η Κλαούντια το γνωρίζει πολύ καλά αυτό. Και ό,τι και αν παραγγείλουμε, πρέπει να το έχουμε παραλάβει μέχρι το 2030.

Μπορείτε να μου πείτε, παρακαλώ, πόσο πιθανό είναι να δημιουργηθούν νέες γραμμές παραγωγής και νέα εργοστάσια στην Ευρώπη εντός αυτού του χρονικού πλαισίου;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όχι. Αν παραγγείλουμε ένα νέο υποβρύχιο αύριο, θα το παραλάβουμε σε 12 ή 15 χρόνια. Αλλά ακόμα και αν παραγγείλουμε ένα νέο άρμα μάχης, δεν θα το παραλάβουμε σε λιγότερο από 5 ή 6 χρόνια.

Έτσι, αυτό που κάνουμε, με βάση τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τον μηχανισμό SAFE, είναι να ξοδεύουμε χρήματα σε υπάρχοντα έργα, σε υπάρχουσες γραμμές παραγωγής και σε υπάρχουσες εταιρείες.

Αυτό οδηγεί σε αύξηση της τιμής αυτού που παίρνουμε σε σχέση με αυτό που θέλαμε να κάνουμε. Για να το τοποθετήσουμε λοιπόν ξανά στο οικονομικό πλαίσιο, έχουμε ένα πρόβλημα στην πλευρά της προσφοράς, και αντί να διορθώσουμε το πρόβλημα αυτό, αυξάνουμε τη ζήτηση. Είναι εντελώς, εντελώς λάθος. Πρέπει λοιπόν να είμαστε πιο έξυπνοι. Πρέπει να είμαστε πιο έξυπνοι, πιο καινοτόμοι στον τρόπο που ξοδεύουμε τα χρήματά μας, στον τρόπο που προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε.

Και πρέπει να πω ότι το «SAFE 2» πρέπει να εξελιχθεί, καθώς έχουμε ήδη αρχίσει να συζητάμε. Ο κ. Kubilius βρισκόταν στην Αθήνα μόλις πριν από 2 ή 3 ημέρες, και εγώ άνοιξα τη συζήτηση. Πρέπει να εξελιχθούμε σε ένα πειθαρχημένο εργαλείο ενίσχυσης της κυριαρχικής ανθεκτικότητας. Επίσης, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις δημοσιονομικές επιπτώσεις. Πρέπει να διορθωθούν οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην άμυνα και την καθημερινή βιομηχανική απορρόφηση, καθώς και να αποφευχθούν οι γραφειοκρατικές καθυστερήσεις.

Οι αμυντικές δαπάνες, όταν σχεδιάζονται στρατηγικά, δεν αποτελούν εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη. Αποτελούν πηγή εξειδικευμένης απασχόλησης, βιομηχανικής τεχνογνωσίας και τεχνολογικής ικανότητας που ενισχύουν τόσο την ευημερία όσο και την ασφάλεια. Και έχουμε δει οικονομίες μεσαίου μεγέθους χωρών σε αυτόν τον κόσμο που έχουν αξιοποιήσει τις αμυντικές δαπάνες με αυτόν τον τρόπο. Οι χώρες που θα διαμορφώσουν τα επόμενα 30 χρόνια της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν θα είναι απαραίτητα εκείνες που δαπανούν επίσης τα περισσότερα σε απόλυτους όρους. Το να ρίχνουμε χρήματα στο πρόβλημα, δεν είναι σχεδόν ποτέ η λύση.

Αυτοί που θα κερδίσουν θα είναι εκείνοι που θα δαπανήσουν έξυπνα, επενδύοντας σε τεχνολογίες διπλής χρήσης, στην έρευνα και την καινοτομία, καθώς και στο ανθρώπινο δυναμικό που είναι ικανό να μετατρέψει την επιστημονική αριστεία σε επιχειρησιακό πλεονέκτημα.

Αξιότιμοι καλεσμένοι, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας δεν είναι απλώς μια γεωγραφική πραγματικότητα, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, στρατηγικό πλεονέκτημα. Ας δώσω ένα παράδειγμα: το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης στη βορειοανατολική Ελλάδα, που σήμερα αναγνωρίζεται ως κρίσιμος κόμβος εφοδιαστικής του ΝΑΤΟ. Αν συζητούσαμε για την Αλεξανδρούπολη πριν από 10 χρόνια σε ένα φόρουμ του ΝΑΤΟ, κανείς δεν θα μπορούσε να την εντοπίσει στον χάρτη. Σήμερα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη θαλάσσια ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο και πολύ σημαντικό ρόλο στη βοήθεια προς την Ουκρανία.

Και πρέπει να πω ότι η Ελλάδα, χάρη στη μεταρρύθμιση των Ενόπλων Δυνάμεών της, διαθέτει σήμερα μία από τις μεγαλύτερες και πιο ικανές αεροπορικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Διαθέτουμε περισσότερα από 200 μαχητικά αεροσκάφη, καθώς και περισσότερα άρματα μάχης από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Δανία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο – θα μπορούσα να προσθέσω και την Ισπανία και την Πορτογαλία -, όλες μαζί. Και διαθέτουμε περισσότερες φρεγάτες από ό,τι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι γείτονές μας. Και αυτή τη στιγμή, ο στρατός μας μπορεί να παράγει χιλιάδες First-Person Drones κάθε χρόνο, και ελπίζω ότι σε δύο χρόνια θα μπορώ να σας απευθυνθώ και να σας πω ότι μπορούμε να παράγουμε εκατομμύρια κάθε χρόνο. Και αυτό εντάσσεται στο δημοσιονομικό μας πλαίσιο.

Επειδή αντιλαμβανόμαστε τις ανάγκες μας ως προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν, και όχι απλώς ως κατάλογο απαιτήσεων για αγορές. Και αυτό το επιτυγχάνουμε μέσω αυτού που έχουμε δημιουργήσει, μιας κατεύθυνσης καινοτομίας, η οποία δεν ζητά από το στρατό να καταρτίσει κατάλογο απαιτήσεων, αλλά να καταρτίσει κατάλογο προβλημάτων που χρήζουν λύσης.

Eπιστρέφοντας στην ευρωπαϊκή διάσταση, φυσικά εάν Ευρώπη επιθυμεί να μιλά τη γλώσσα της στρατηγικής αξιοπιστίας, τότε οι υποχρεώσεις συλλογικής άμυνας πρέπει να κατοχυρωθούν σε μηχανισμούς με προκαθορισμένα επιχειρησιακά όρια και συγκεκριμένες δεσμεύσεις.

Το άρθρο 42, παράγραφος 7 δεν μπορεί να παραμείνει αδρανές ή να ενεργοποιείται επιλεκτικά ανάλογα με τις περιστάσεις. Η αμφισημία μπορεί να εξυπηρετεί τη διπλωματία σε περιόδους ισορροπίας, αλλά σε στιγμές κρίσης, δυστυχώς, η αμφισημία γίνεται μερικές φορές παράλυση. Μια συμμαχία και μια ένωση που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τη συμβολή των εκτεθειμένων μελών τους είναι ισχυρότερες, πιο νόμιμες και, τελικά, πιο ανθεκτικές από εκείνες που επιφυλάσσουν την αλληλεγγύη μόνο σε στιγμές οξείας κρίσης. Και η ώρα για διαρθρωτική αλληλεγγύη είναι τώρα.

Κυρίες και κύριοι, όχι μακριά από εδώ, όπως γνωρίζετε καλύτερα από εμένα, βρίσκεται η περίφημη και πανέμορφη πόλη της Βιέννης. Και οι γενναίοι άνδρες που συγκεντρώθηκαν εκεί πριν από αιώνες για να την υπερασπιστούν είχαν καταλάβει κάτι που εμείς οι υπόλοιποι στην Ευρώπη έχουμε σταδιακά ξεχάσει: ότι η ειρήνη πρέπει να κερδίζεται. Η ειρήνη είναι κάτι που πρέπει να οικοδομηθεί, να διατηρηθεί και, όταν είναι απαραίτητο, να περιφρουρηθεί με κάθε κόστος. Η πολιορκία της Βιέννης το 1683 ήταν πολύ περισσότερο από μια ακόμη στρατιωτική σύγκρουση. Αντιπροσώπευε μια σύγκρουση μεταξύ ανταγωνιστικών ιδεών για την τάξη, τις αξίες και τα συστήματα.

Η μία επικεντρώνονταν στη διατήρηση της υπάρχουσας πολιτικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής ταυτότητας της Ευρώπης, ενώ η άλλη αφορούσε την αυτοκρατορική επέκταση. Την επέκταση και τη διεύρυνση ενός διαφορετικού πολιτικού και θρησκευτικού χώρου. Η σημασία της, ωστόσο, ξεπερνά την απλή αφήγηση μιας πλευράς εναντίον μιας άλλης, μιας αυτοκρατορίας εναντίον μιας άλλης. Η ιστορία σπάνια είναι τόσο ξεκάθαρη, και η ιστορία επαναλαμβάνεται με πολλές μορφές και πολλές εκφάνσεις, και πρέπει να την παρατηρήσουμε πολύ προσεκτικά και να εξετάσουμε τα δίδαγμά της.

Το δίδαγμα της Βιέννης εξακολουθεί να έχει σημαντική σημασία και σήμερα. Οι κοινωνίες πρέπει να υπερασπίζονται τον εαυτό τους. Η παράδοση, η ελευθερία και η ταυτότητα δεν επιβιώνουν από μόνες τους. Επιβιώνουν όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να αγωνιστούν για αυτές.

Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, η ευπάθεια της Ευρώπης δεν οφείλεται μόνο σε εξωτερικές πιέσεις, αλλά και στους τρόπους με τους οποίους εκδηλώνεται η δική μας ανοιχτότητα, που μπορούν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης. Τρίτοι δρώντες δεν αμφισβητούν απαραίτητα την Ένωση άμεσα, αν και ορισμένοι το κάνουν. Μαθαίνουν τον ρυθμό μας, εκμεταλλεύονται τα κενά μας και σταδιακά μετατρέπουν τη διαδικαστική μας ευελιξία σε στρατηγικό πλεονέκτημα εναντίον μας. Αυτό που μπορεί να ξεκινήσει ακόμη και ως μια μορφή συνεργασίας μπορεί με την πάροδο του χρόνου να μετατραπεί σε εξάρτηση, και η εξάρτηση, αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, γίνεται περιορισμός. Το έχουμε δει αυτό στον τομέα της ενέργειας. Έτσι λοιπόν εξουδετερώνεται η επιρροή χωρίς αντιπαράθεση, όχι με τη διάσπαση της Ευρώπης, αλλά με τη χρήση των δικών μας κανόνων εναντίον μας.

Επομένως, τα επόμενα 30 χρόνια δεν θα καθοριστούν από αυτό που επιθυμούμε, αλλά από αυτό που είμαστε έτοιμοι και προετοιμασμένοι να οικοδομήσουμε. Και η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την αρχιτεκτονική της ασφάλειάς της απλώς ως μια αγορά. Η στρατηγική σκοπιμότητα και τα οικονομικά οφέλη δεν πρέπει να υπερισχύουν των αρχών μας. Όταν η άμυνα διαμορφώνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κοινές δημοκρατικές αξίες και τα θεμέλιά μας, τα συστήματα που δημιουργούνται για να μας προστατεύουν μπορεί, με την πάροδο του χρόνου, να αρχίσουν να θέτουν υπό πίεση τις ίδιες τις αξίες που προορίζονταν να υπερασπιστούν. Η εποχή μας και οι επόμενες δεκαετίες απαιτούν μια Ευρώπη κυρίαρχη, ικανή, ενωμένη, αλλά πάνω απ’ όλα έτοιμη να υπερασπιστεί τον εαυτό της, τις αξίες της και τους λαούς της. Σας ευχαριστώ πολύ».

Μετά το Φόρουμ, οι τρεις Υπουργοί προέβησαν σε κοινές δηλώσεις.

Ο κ. Δένδιας δήλωσε:

«Αγαπητή Claudia, αγαπητέ Anatoly,

Αρχικά επιτρέψτε μου να εκφράσω την ειλικρινή μου ευγνωμοσύνη προς εσάς και τον Πρέσβη Linhart για τη θερμή φιλοξενία μου εδώ, στην Αυστρία.

Η σημερινή μας συνάντηση επιβεβαίωσε κάτι βαθύτερο από μια απλή κατανόηση. Επιβεβαίωσε ότι σε μια περίοδο αβεβαιότητας, οι ευρωπαϊκές χώρες ανακαλύπτουν ξανά τη στρατηγική αξία της συνεργασίας, της εμπιστοσύνης, της συνέχειας και των κοινών αξιών. Η Ελλάδα, η Αυστρία και η Μολδαβία μπορεί να βρίσκονται σε διαφορετικά γεωγραφικά επίκεντρα της Ευρώπης, αλλά όλοι μας αντιμετωπίζουμε κοινές προκλήσεις.

Η αρχιτεκτονική ασφαλείας της ηπείρου μας δέχεται απειλή από πολέμους, γεωγραφικό αναθεωρητισμό, υβριδικές απειλές, εχθροπραξίες στον κυβερνοχώρο, αστάθεια στον τομέα της ενέργειας και από μεταναστευτικές ροές. Αυτά δεν αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα. Διαμορφώνουν ένα πεδίο συστημικής αστάθειας, το οποίο είναι εμφανές στον κόσμο κατά τον 21ο αιώνα.

Η Ελλάδα, όπως και η Αυστρία, αξιολογεί τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη με μια ματιά 360 μοιρών και επιτρέψτε μου να πω πως πιστεύω ότι και η Μολδαβία έχει παρόμοια προσέγγιση. Σε αυτό το πλαίσιο, οφείλω να αναγνωρίσω την αλληλεγγύη της Αυστρίας κατά τα τεκταινόμενα του 2020 στα ανατολικά χερσαία σύνορα της Ελλάδας, στον ποταμό Έβρο, όπου οργανωμένη μεταναστευτική πίεση εργαλειοποιήθηκε σε μία προσπάθεια αμφισβήτησης όχι μόνο της κυριαρχίας της Ελλάδας αλλά και της συνοχής και ανθεκτικότητας της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ελλάδα εκτιμά βαθύτατα την υποστήριξη της Αυστρίας εκείνη την περίοδο, διότι τα εξωτερικά σύνορα της Ελλάδας αποτελούν επίσης τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κοινά μας σύνορα. Αυτή η κατανόηση βρίσκεται στο επίκεντρο του Άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Της αρχής που ορίζει πως η ασφάλεια ενός κράτους-μέλους αφορά όλα τα κράτη-μέλη.

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, η στρατηγική αλληλεγγύη δεν πρέπει να παραμείνει μια θεωρητική διάταξη, η οποία φυλάσσεται για ακραίες καταστάσεις. Πρέπει να εξελιχθεί σε ένα ζωντανό, ευρωπαϊκό αντανακλαστικό. Η Ευρώπη έχει αναπτύξει τη δυνατότητα, όχι απλώς να αντιδρά σε κρίσεις, αλλά επίσης να τις προβλέπει και να διαμορφώνει το περιβάλλον ασφαλείας της. Πιστεύω πως αυτό αποτελεί κοινή άποψη σήμερα εδώ.

Σας ευχαριστώ πολύ».

Μετά το πέρας των δηλώσεων, ακολούθησε διμερής συνάντηση με την Υπουργό Άμυνας της Αυστρίας Klaudia Tanner. Στη συνάντηση οι δύο Υπουργοί αντάλλαξαν απόψεις για το μέλλον της συνεργασίας Ελλάδας και Αυστρίας στην αμυντική καινοτομία και συμφώνησαν το επόμενο διάστημα να εντατικοποιηθούν οι επαφές τους στο πλαίσιο της ενίσχυσης της καινοτομίας και της αμυντικής βιομηχανίας. Συζήτησαν, επίσης, και για περιφερειακές και διεθνείς εξελίξεις στον τομέα της ασφάλειας.

(*Photο Credits: Διεύθυνση Ενημέρωσης/Υπουργείο Εθνικής Άμυνας/Χρήστος Πελεκούδας)