Παρουσία ΥΦΕΘΑ Γιάννη Κεφαλογιάννη στην παρουσίαση του βιβλίου του Αντώνη Κλάψη με τίτλο “Cyprus-50 Years Since the Turkish Invasion, 20 Years Since Accession to the EU”, στην Κύπρο

4 Δεκεμβρίου, 2024

Ο Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας κ. Γιάννης Κεφαλογιάννης παρέστη χθες, Τρίτη 03 Δεκεμβρίου 2024, στην παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο “Cyprus-50 Years Since the Turkish Invasion, 20 Years Since Accession to the EU”, που πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία.


Η εκδήλωση διοργανώθηκε από την Αντιπροσωπεία του Ιδρύματος
Konrad Adenauer για την Ελλάδα και την Κύπρο και το Wilfried Martens Centre for European Studies, με την υποστήριξη του Ινστιτούτου «Γλαύκος Κληρίδης».
Στη συζήτηση, την οποία προλόγισε η Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων και Πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού κ.
Αννίτα Δημητρίου, συμμετείχαν ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου «Γλαύκος Κληρίδης» και Βουλευτής ΔΗΣΥ κ. Χάρης Γεωργιάδης και ο Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου κ. Αντώνης Κλάψης που επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου. Χαιρετισμό απηύθυναν ο Διευθυντής της Αντιπροσωπείας του Ιδρύματος Konrad Adenauer για την Ελλάδα και την Κύπρο κ. Marian Wendt και ο Υπεύθυνος Διεθνούς Συνεργασίας και Προγραμμάτων του Martens Centre κ. Πάνος Τασιόπουλος, ενώ τον συντονισμό ανέλαβε η Διευθύντρια της Καθημερινής Κύπρου κ. Μαρία Οικονομίδου.


Ο κ. Κεφαλογιάννης τόνισε ότι διαχρονικά, οι πραγματικές ευκαιρίες για βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού δεν ήταν πολλές και πρέπει να εξεταστεί υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν να δημιουργηθούν νέες, επισημαίνοντας πως οι ευκαιρίες αυτές μπορούν να δημιουργηθούν μόνο μέσα από την οικονομική, διπλωματική και στρατιωτική θωράκιση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Παράλληλα, χαρακτήρισε την τουρκική αδιαλλαξία ως τον κυριότερο λόγο της διαιώνισης της κατοχής, υπογραμμίζοντας ότι αυτή η πραγματικότητα πρέπει να «επικοινωνηθεί» διεθνώς εντονότερα και με ακόμη πιο αποτελεσματικό τρόπο, ενώ θετικά αναφέρθηκε στην αναβάθμιση του ρόλου της Ε.Ε. στις προσπάθειες επανέναρξης των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του ΟΗΕ, αλλά και στην πρωτοβουλία των συζητήσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας για συνεργασία ή και ένταξη μελλοντικά στο ΝΑΤΟ.


Στη συζήτηση που ακολούθησε σχετικά με το βιβλίο, ο Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, μεταξύ άλλων, ανέφερε:


«Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Ίδρυμα Conrad Adenauer, το Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών Wilfried Martens και το Ίδρυμα Γλαύκος Κληρίδης, για τη χαρά που μου δίνουν να βρίσκομαι ξανά στην Κύπρο και για την τιμή που μου κάνουν να συμμετέχω στην παρουσίαση ενός βιβλίου που αποτελεί, ας μου επιτραπεί η έκφραση, ένα “must have” για όσους αγαπούν και ενδιαφέρονται για την Κύπρο, την πρόσφατη ιστορία της και πώς αυτή διαμορφώνει τις προκλήσεις της επόμενης ημέρας. Πολύ περισσότερο, το βιβλίο αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για όσους από εμάς συμμετέχουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, στον σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών –πολιτικές που οφείλουμε να διαμορφώνουμε με ψυχραιμία και ρεαλισμό, στη βάση αντικειμενικών δεδομένων και στο πλαίσιο κανόνων και αρχών που υποστηρίζουν βιώσιμες λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα.

 
Υπάρχει κατά τη γνώμη μου ένα νήμα, άλλοτε ορατό και άλλοτε αόρατο, που διατρέχει τις σελίδες και τα κεφάλαια αυτού του βιβλίου, συμπυκνώνει το νόημα των δύο επετείων και το οποίο αποκτά τη μορφή ενός κρίσιμου ερωτήματος: Υπάρχουν άραγε ρεαλιστικές προοπτικές για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του κυπριακού ζητήματος, δηλαδή πρώτον, της λήξης της παράνομης κατοχής του βόρειου τμήματος του νησιού από την Τουρκία και δεύτερον, τη δημιουργία μιας Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας σύμφωνα με τις Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, τις θεμελιώδεις Αρχές της ΕΕ και το ενωσιακό κεκτημένο; Επιπλέον: Μπορεί να είναι ταυτόχρονα δημοκρατικό και λειτουργικό; Θα μπορεί δηλαδή να επιτρέπει στον λαό να εκφράζεται, ενώ παράλληλα θα σέβεται τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας, να είναι δηλαδή δημοκρατικό; Και μπορεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής κοινότητας να μην αποβαίνει εις βάρος της καθημερινής λειτουργίας του κράτους, δηλαδή να είναι λειτουργικό; Αυτή τη στρατηγική επιλογή της Λευκωσίας που υποστηρίζει και βρίσκεται και στην αιχμή του δόρατος της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας οφείλουμε να την κατανοήσουμε στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα της ευρύτερης περιοχής και να διερευνήσουμε πιθανότατα νέους δημιουργικούς τρόπους για να την προωθήσουμε στη διεθνή κοινότητα και κοινή γνώμη, ωριμάζοντας τις συνθήκες για την υλοποίησή της. Διαχρονικά, οι πραγματικές ευκαιρίες για βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού δεν ήταν πολλές και πρέπει να δούμε υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούμε να δημιουργήσουμε νέες. Κατά τη γνώμη μου οι ευκαιρίες αυτές μπορούν να δημιουργηθούν μόνο μέσα από την οικονομική, διπλωματική και στρατιωτική θωράκιση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 
Να φέρω λίγο στην επιφάνεια το παράδειγμα της Ελλάδας. Πριν από δύο-τρία χρόνια φάνταζε αν όχι αδιανόητο, πολύ δύσκολο Ελλάδα και Τουρκία να έρθουν σε μια διαδικασία διαλόγου, με τον οποίο επιδιώκεται μια καλύτερη συνεργασία πάνω σε τρεις άξονες: Ο πρώτος είναι ο πολιτικός διάλογος, στον οποίο προφανώς θα τεθούν τα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα, με σημαντικότερο αυτό που αναγνωρίζουμε ότι είναι η μοναδική διαφορά μας με την Τουρκία, δηλαδή η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Ο δεύτερος άξονας είναι τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και ο τρίτος είναι η λεγόμενη Θετική Ατζέντα που αφορά σε ζητήματα οικονομικής συνεργασίας, ενεργειακής συνεργασίας ή ακόμη και ζητήματα σε τομείς όπως η πολιτική προστασία. Αυτό έχει συμβεί γιατί η Ελλάδα έχει θωρακιστεί πολύ περισσότερο από το παρελθόν διπλωματικά, στρατιωτικά και οικονομικά. Διπλωματικά, προσπαθούμε να διαδραματίσουμε ρόλο ως πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή, σεβόμενοι τις στρατηγικού χαρακτήρα συμμαχίες μας με το Ισραήλ, αλλά ταυτόχρονα και με σημαντικές αραβικές χώρες, όπως η Αίγυπτος, εν μέσω μιας αντικειμενικά πολύ περίπλοκης κατάστασης. Στο Μεσανατολικό, για παράδειγμα, έχουμε συσσωρεύσει ένα σημαντικό κεφάλαιο αξιοπιστίας εξαιτίας μιας εξωτερικής πολιτικής αρχών, που μας επιτρέπει να συνομιλούμε με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, γνωρίζοντας τα τελευταία ότι δεν υποκρύπτεται πίσω από τη στάση μας κάποιας μορφής συναλλακτική διπλωματία, όπως αυτή που ασκεί η Τουρκία. Έχει γίνει ευρέως αντιληπτό ότι η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της πατρίδας μας είναι προϋπόθεση για την ειρήνη και την ευημερία των πολιτών. Υπενθυμίζω εδώ ότι η συνέχιση και ο εκσυγχρονισμός των εξοπλιστικών προγραμμάτων αποτελεί μέρος μιας πολυεπίπεδης εθνικής στρατηγικής για την αμυντική θωράκιση της χώρας μας, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονται μια σειρά από πολυμερείς ή διμερείς συνεργασίες στον τομέα της άμυνας. Θέλω να τονίσω εδώ ότι αυτή η στρατηγική επιλογή για τη σύναψη αμυντικών συμμαχιών με χώρες – κλειδιά στην ευρύτερη περιοχή μας, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος της αμυντικής ικανότητας της. Οικονομικά, τέλος, η Ελλάδα βρίσκεται στην καλύτερη δυνατή κατάσταση της τελευταίας δεκαπενταετίας. Δεν είναι βέβαιο για το τι θα καταφέρουμε. Αν υπάρχει όμως ένα παράθυρο ευκαιρίας, έστω και μικρό, για την επίλυση της διαφοράς μας, στη βάση του διεθνούς δικαίου, και με τρόπο που να διασφαλίζει τα δικαιώματά μας, την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή μας, έχουμε εθνικό χρέος να το αξιοποιήσουμε.


Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, η τουρκική αδιαλλαξία είναι εκ των πραγμάτων ο κυριότερος λόγος της διαιώνισης της κατοχής. Θα πρέπει αυτή την πραγματικότητα να την επικοινωνήσουμε διεθνώς εντονότερα και με ακόμη πιο αποτελεσματικό τρόπο. Ένα πρόβλημα είναι αυτό της εικόνας που αρκετοί διεθνείς παίκτες έχουν αναπτύξει για την Κύπρο ως προς τις ευθύνες της κάθε πλευράς. Η εικόνα, λοιπόν αρκετών, κυρίως λόγω της απόρριψης του σχεδίου Ανάν, είναι ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά δείχνει συστηματική απροθυμία διευθέτησης του προβλήματος, ποντάροντας στην είσοδο της στην Ε.Ε. και το συνεπαγόμενο χάσμα που χωρίζει Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ενώ οι τελευταίοι εμφανίζονται τα θύματα της υπόθεσης. Με αυτό τον τρόπο επιχειρείται να αιτιολογηθεί γιατί η Άγκυρα επιμένει σε ένα άλλο πλάνο, εκτός της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, έχοντας -υποτίθεται- εξαντλήσει όλα τα περιθώρια και εκμεταλλευόμενη την κόπωση του διεθνούς παράγοντα. Μάλιστα, η Τουρκία αποδίδει τόσο τις ενέργειες δημιουργίας νέων τετελεσμένων, επί παραδείγματι στην Αμμόχωστο, όσο και την προσπάθεια, για διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους, στην καταγγελία ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν επιθυμούν να μοιραστούν την εξουσία με τους Τουρκοκύπριους, ούτε καν τα προνόμια από την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου. Αυτή την εικόνα που προωθεί η Άγκυρα δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε να παγιωθεί. Και θα πρέπει να αξιοποιήσουμε κάθε δυνατή συμμαχία προς αυτή την κατεύθυνση. Δεύτερον, είναι επίσης πολύ σημαντική η προσπάθεια του κυρίου Προέδρου για την αναβάθμιση του ρόλου της ΕΕ στις προσπάθειες επανέναρξης των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Θα πρέπει να υπάρξει ανάληψη ενεργού ρόλου της ΕΕ, σε όλα τα στάδια και με όλα τα κατάλληλα μέσα που έχει στη διάθεσή της. Τρίτον, από στρατιωτική σκοπιά είναι πολύ σημαντική η πρωτοβουλία των συζητήσεων για συνεργασία ή και ένταξη μελλοντικά στο ΝΑΤΟ. Αφενός γιατί έτσι μπορεί να υπάρξει μια ουσιαστική αναβάθμιση των εξοπλιστικών προγραμμάτων της Εθνικής Φρουράς και δεύτερον γιατί έτσι δημιουργείται μια ουσιαστική στρατηγική σχέση με μια παγκόσμια υπερδύναμη όπως οι ΗΠΑ.

Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτές την τοποθέτηση, λέγοντας ότι η γεωπολιτική, στρατιωτική, και οικονομική ενδυνάμωση της Κύπρου δεν οδηγεί αυτομάτως στην επίλυση του ζητήματος της κατοχής. Δημιουργεί ωστόσο παράθυρα ευκαιρίας τα οποία οφείλουμε να αξιοποιήσουμε. Η λογική της αδράνειας δεν ευνοεί την επίλυση του προβλήματος. Αντίθετα ευνοεί την κατοχύρωση των τετελεσμένων».