ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ:
- Κ. ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ – Κυβερνητικός εκπρόσωπος Ν.Δ.
- Ν. ΣΟΦΙΑΝΟΣ – Μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.
- Κ. ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΣ – Βουλευτής ΛΑΟΣ
- Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΟΥΛΗΣ – Βουλευτής ΣΥΝ
Για τη συναίνεση:
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ασκούν το θεσμικό τους δικαίωμα, και είναι καθ’ όλα νόμιμο να ασκούν κριτική και έλεγχο στην Κυβέρνηση. Όμως, δεν έχουμε δικαίωμα, ούτε πολιτικό, ούτε δημοκρατικό, ούτε ηθικό, θα έλεγα, μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις για το μέλλον της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να ταμπουρωθούμε σε μια αντιπολίτευση εσωτερικής κατανάλωσης και να μη δούμε τα μεγάλα διακυβεύματα, τα προβλήματα που πρέπει από κοινού, στο πλαίσιο ενός ισχυρού εθνικού μετώπου, ν’ αναδείξουμε και να υπερασπιστούμε στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Πρωθυπουργός θα ζητήσει την ευρύτερη δυνατή εθνική συνεννόηση, συναίνεση με έμπρακτο τρόπο, για το πώς η Ελλάδα, έχοντας μια ισχυρή εθνική διαπραγματευτική βάση, θα προχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να υπερασπιστεί κρίσιμα θέματα που αφορούν το συλλογικό μας μέλλον, ως Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και το εθνικό μας μέλλον ως Ελλάδα.
Αυτό σημαίνει, ότι θα ζητήσουμε την υποστήριξη και τη συναίνεση πάνω σε κρίσιμα ζητήματα, όπως είναι ο μόνιμος ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις επιμέρους θέσεις που έχουν εκφράσει τα κράτη μέλη. Κατά πόσο δηλαδή θα υπάρξουν αλλαγές στη Συνθήκη της Λισσαβόνας, για στέρηση δικαιώματος ψήφου των κρατών μελών, όπως υποστηρίζει η Γερμανία και η κα Μέρκελ. Για τη χρονική επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου, που είναι ένα κρίσιμο ζήτημα, το οποίο έχει συμφωνηθεί, αλλά πρέπει να το θέσουμε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ένα άλλο κρίσιμο θέμα είναι η έκδοση ή όχι ευρωομολόγων, για να μπορέσει επιτέλους η Ευρωπαϊκή Ένωση ν’ αντιμετωπίσει συντεταγμένα και συλλογικά τη μεγάλη διεθνή και ευρωπαϊκή οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση.
Σ’ αυτά τα ζητήματα που ανέφερα, πιστεύω ότι μπορούμε να συγκεντρώσουμε την ευρύτερη συναίνεση, έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον Πρωθυπουργό υπό την εθνική του ευθύνη, εκπροσωπώντας τη χώρα και υπερασπιζόμενος τα εθνικά συμφέροντα, να κινηθεί σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο με βάση ένα ισχυρό, εσωτερικό εθνικό μέτωπο.
Εδώ λοιπόν, δεν είναι μια περίοδος, μια συγκυρία έναντι των προκλήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα μετρήσουν δυνάμεις , θ’ αξιοποιήσουν σκοπιμότητες ή τις δυσκολίες της Κυβέρνησης. Σήμερα όλοι οφείλουμε ν’ αναδείξουμε, με όρους εθνικής ευθύνης, το καθήκον μας απέναντι στην πατρίδα. Αυτό κατά την άποψή μας είναι το μεγάλο διακύβευμα, αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση στην οποία πρέπει ν’ απαντήσουμε.
Όλα τ’ άλλα μπορούμε να τα συζητήσουμε εσωτερικά, γνωρίζουμε τις διαφωνίες, θέλουμε ν’ ακούσουμε τις απόψεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, θέλουμε να μας εξειδικεύσουν τις προτάσεις τους. Μπορούμε να συναντηθούμε σε επιμέρους θέματα. Ο Πρωθυπουργός είναι ανοιχτός να συζητήσει με τους αρχηγούς γνωρίζοντας τις κατ’ αρχήν αρνητικές τους απόψεις αλλά είμαι αισιόδοξος, ότι και στο εσωτερικό μέτωπο μπορούν να βρεθούν επιμέρους συγκλίσεις.
Σήμερα κρινόμαστε όλοι απέναντι στον ελληνικό λαό, άρα είναι πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν κρίσιμη η συγκυρία και βεβαίως όλοι κρινόμαστε για την εθνική μας ευθύνη απέναντι στο μέλλον της χώρας και του λαού.
Φοβάμαι ότι γίνεται μια παρεξήγηση, εκτός αν είναι ένα βολικό πρόσχημα και άλλοθι των κομμάτων της Αντιπολίτευσης, να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες απέναντι στη χώρα και στην κρισιμότητα της κατάστασης.
Η Κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός δεν έχουμε ζητήσει συνευθύνη. Δεν έχουμε στόχο να διαμοιράσουμε την ευθύνη, η οποία ανήκει στην Κυβέρνηση και θα ανήκει στη διακυβέρνηση κατά τη δημοκρατική μας τάξη, κατά το Σύνταγμά μας. Την τελική ευθύνη, την έχει η Κυβέρνηση, γι΄ αυτό έχουμε ψηφιστεί από τον ελληνικό λαό, αυτή την εντολή έχουμε.
Θέλουμε να μοιραστούμε προβληματισμούς, όχι την τελική ευθύνη. Να μη φοβόνται τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, ότι πάμε να τους ρίξουμε στις πλάτες ένα κόστος, το οποίο δεν έχουν αντικειμενικά στο πλαίσιο του δημοκρατικού παιχνιδιού, αλλά αντίθετα να μοιραστούμε μαζί τους προβληματισμούς και κυρίως, επανέρχομαι σε αυτό που είπα στην αρχή, αν μπορούμε να φτιάξουμε ένα μέτωπο, το οποίο θα παράγει ένα ισχυρό μήνυμα προς το εξωτερικό.
Για την επιλογή της ημέρας συνάντησης των πολιτικών Αρχηγών:
Η επιλογή της αυριανής μέρας, δεν είναι καθόλου τυχαία για τον Πρωθυπουργό και για την Κυβέρνησή μας, ενόψει της κρισιμότητας της Συνόδου Κορυφής την Πέμπτη στις Βρυξέλλες. Ακριβώς αυτός είναι και ο στόχος των αυριανών συναντήσεων με τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης, να αντλήσει ο Πρωθυπουργός, αν μπορώ να το πω έτσι, πολιτική δύναμη και υποστήριξη μπροστά σε μια εξαιρετικά κρίσιμη διαπραγμάτευση, που αφορά το μέλλον της χώρας μας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο μόνος που δεσμεύει τη χώρα, είναι ο Πρωθυπουργός στη Σύνοδο Κορυφής. Αυτό λένε οι ευρωπαϊκές διαδικασίες, τα γνωρίζουμε από το Ευρωκοινοβούλιο. Ο Υπουργός Οικονομικών προετοιμάζει, από την πλευρά του και όσον αφορά τις αρμοδιότητές του, τη Σύνοδο Κορυφής. Ούτε τον Πρωθυπουργό δεσμεύει, ούτε τη χώρα.
Η Τρίτη επελέγη, γιατί σήμερα διεξάγεται στις Βρυξέλες το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών, για να προετοιμάσει τη Σύνοδο Κορυφής.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα θέματα είναι ανοιχτά, θεωρήσαμε ότι θα ήταν πολύ πιο σοβαρό και αξιόπιστο, ο Πρωθυπουργός να έχει ολοκληρωμένη εικόνα, με το τέλος της Συνόδου των Υπουργών Οικονομικών, έτσι ώστε να μπορεί να ενημερώσει με τον πλέον αξιόπιστο και έγκυρο τρόπο, για τα αποτελέσματά της. Για το πόσο έχουν αλλάξει, έστω και την τελευταία στιγμή, οι θέσεις των κρατών-μελών, ποια είναι τελικά τα μείζονα ζητήματα που έρχονται ανοιχτά στη Σύνοδο Κορυφής.
Αυτό είναι μια ασφαλής διαδικασία, που δημιουργεί αξιοπιστία και δείχνει υπευθυνότητα, από την πλευρά του Πρωθυπουργού, και σεβασμό βεβαίως απέναντι στους Αρχηγούς των κομμάτων της Αντιπολίτευσης. Αυτός είναι ο λόγος επιλογής της Τρίτης.
Τετάρτη φεύγουν, όπως φεύγει ο κ. Σαμαράς για τις Βρυξέλες, γιατί υπάρχουν και οι Σύνοδοι, οι συναντήσεις των Αρχηγών των Σοσιαλιστικών και Χριστιανοδημοκρατικών Κομμάτων. Κάθε άλλη σύμπτωση, είναι τελείως τυχαία.
Οι διαπραγματεύσεις, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις Βρυξέλες, είναι εν εξελίξει, συνεχίζονται αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Άρα δεν μπορεί να γίνει πολύ νωρίτερα, γιατί δε θα υπάρχει μια ασφαλής εικόνα, του τι πιστεύει ο καθένας, αν υπάρχουν αλλαγές στις θέσεις των κρατών-μελών, αν υπήρξαν κάποιες συγκλίσεις, πως διαμορφώνεται το τελικό κλίμα, οι τελικοί συσχετισμοί. Το κάναμε για λόγους ασφαλείας, αξιοπιστίας και σεβασμού απέναντι στα κόμματα της Αντιπολίτευσης.
Για την Οικονομία και τις εξελίξεις στην Ε.Ε:
Το πρόβλημα της Ελλάδας, έτσι όπως εξελίχθηκε και με το μνημόνιο και με τη σύμβαση αυτή που υπογράψαμε με τους εταίρους μας, έχει τη βάση του σε μια βαθιά στρατηγική κρίση, στην οποία βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση και πάνω απ΄ όλα σε μια βαθιά κρίση στην οποία βρίσκεται το διεθνές οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Δυστυχώς, φτάσαμε τον περασμένο Μάιο στο μνημόνιο και σε αυτή τη δανειακή σύμβαση, επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε βαθιά εσωτερική κρίση, επειδή δεν έχει τους αναγκαίους μηχανισμούς να στηρίξει χώρες που βρίσκονται μπροστά στο φάσμα της χρεοκοπίας.
Ο Πρωθυπουργός το είχε επισημάνει τότε. Έκανε πολύ μεγάλες προσπάθειες, δεν έβρισκε ανταπόκριση από τους εταίρους, για να φτάσουμε σήμερα και να βρεθεί η Ιρλανδία, ενδεχομένως η Πορτογαλία και η Ισπανία σε λίγο, μπροστά σε αυτή την κρίσιμη επιλογή, της ένταξης σε έναν μόνιμο και σταθερό ευρωπαϊκό μηχανισμό χρηματοδοτικής στήριξης.
Άρα λοιπόν, μας αφορά απολύτως τι συμβαίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί η Ελλάδα θα έχει ή δε θα έχει θέση στον σκληρό πυρήνα των ευρωπαϊκών εξελίξεων, όπως και κάθε άλλη χώρα του ευρωπαϊκού νότου, εάν δεν διαμορφώσουμε κοινές πολιτικές, κοινές στρατηγικές, κοινή οικονομική και πολιτική διακυβέρνηση της Ευρώπης, εάν δε φτιάξουμε εκείνους τους ελλείποντες μηχανισμούς, από τη Συνθήκη του Μάαστριχ και πέρα, έτσι ώστε να διασφαλίσουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η χώρα έχει μέλλον μέσα στον σκληρό πυρήνα, εάν δημιουργηθούν και στο εσωτερικό της χώρας, οι ευρύτερες συναινέσεις υποστήριξης της Ελλάδας, της στρατηγικής της, αδιάφορο αν είναι σήμερα η Κυβέρνησή μας στην εξουσία, θα μπορούσε να ήταν η Νέα Δημοκρατία. Εγώ το βλέπω με βάση τα συμφέροντα της χώρας και μια κρίση, ένα αδιέξοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει τεράστιες αρνητικές συνέπειες, σε αδύναμες χώρες όπως είναι η Ελλάδα.
Εμείς δεν κρύβουμε τα δικά μας προβλήματα, αλλά αυτά διογκώνονται, πολλαπλασιάζονται και παίρνουν μια δυναμική γεωμετρικής προόδου, λόγω ακριβώς της θεσμικά ελλειμματικής Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όλη αυτή η παραπληροφόρηση που κυκλοφορεί μέσω του διεθνούς Τύπου, περί ανάγκης αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας, ότι η Ελλάδα δεν έχει αποφύγει τον κίνδυνο της πτώχευσης και κάποια στιγμή σύντομα θα πτωχεύσει, δεν είναι τυχαία και αθώα. Παίζονται χοντρά παιχνίδια σε βάρος της Ελλάδας. Κερδοσκοπούν διεθνείς χρηματοπιστωτικοί κύκλοι, με την προοπτική της χρεοκοπίας της χώρας. Το πρόβλημα είναι πώς θωρακίζεις τη χώρα θεσμικά, πολιτικά μέσα από μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, για να μπορείς να αποκρούσεις όλα αυτά τα προβλήματα. Να μην είμαστε αφελείς, οι πολίτες πρέπει να το γνωρίζουν και να κλείνουν αυτιά και μάτια σε όλη αυτή την παραπληροφόρηση.
Για τα εργασιακά:
Δεν είναι εύκολο να ρυθμίσεις, σε συνθήκες κρίσης και μεγάλης δύναμης της εργοδοσίας, τις εργασιακές σχέσεις. Όμως, από την άλλη πλευρά, να αφήσουμε κατά μέρος την υποκρισία. Οι εργασιακές σχέσεις, τα τελευταία χρόνια, πραγματικά βρισκόντουσαν σε μια κατάσταση κατακερματισμού.
Δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Τα τελευταία χρόνια αποδιαρθρώνεται ο κοινωνικός ιστός, ο ιστός των εργασιακών σχέσεων, το συμβατικό και θεσμικό πλαίσιο που συνδέεται με την υπεράσπιση των εργασιακών σχέσεων και των εργατικών δικαιωμάτων.
Προσπαθήσαμε να βρούμε γραμμές άμυνας, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και βεβαίως είναι οι κοινωνικοί εταίροι, αλλά σήμερα οι κοινωνικοί εταίροι έχουν μια ετεροβαρή σχέση μεταξύ τους. Άλλο είναι οι εργοδότες που μπορεί να απειλούν να κλείσουν την επιχείρησή τους, στο όνομα της ικανοποίησης του αιτήματός τους για απολύσεις, και άλλο από την άλλη πλευρά είναι οι εργαζόμενοι, οι οποίοι βρίσκονται στην άμυνα, εξουθενωμένοι, πραγματικά σε ομηρία.
Είναι γεγονός, ότι έχουμε κι εμείς μεγάλη ευθύνη, δημιουργήσαμε ένα συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο βρίσκεται σήμερα σε βαθιά κρίση δημοκρατικής και ηθικής νομιμοποίησης.
Ένα συνδικαλιστικό κίνημα κρατικοδίαιτο, χωρίς βάσεις και χωρίς νομιμοποίηση. Και δεν φοβάμαι να πω ακόμη μία φορά, ότι δεν είναι στην αντίληψή μας, ότι θα συγκυβερνήσουμε με το συνδικαλιστικό κίνημα. Τέτοια λάθη έγιναν στο παρελθόν και τα πληρώνουμε σήμερα.
Το συνδικαλιστικό κίνημα έχει ένα δημοκρατικό θεσμικό ρόλο και πρέπει να το υπερασπιστούμε. Αλλά από την άλλη πλευρά, οι εκάστοτε κυβερνήσεις κυβερνούν και αναλαμβάνουν τις ευθύνες.
Άρα, λοιπόν, εμείς αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις. Το συνδικαλιστικό κίνημα έχει το δικό του θεσμικό ρόλο.
Εμείς έχουμε ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό, απέναντι στη χώρα. Δεν έχουμε ευθύνη απέναντι σ’ αυτούς που μας εκλέγουν ή σ’ αυτούς που προσχηματικά μας εκλέγουν.
Πιστεύω ότι μέσα απ’ αυτές τις συνθήκες, θα αναδειχθεί μεσομακροπρόθεσμα ένα νέο συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο θα αμφισβητήσει αυτή την κρατικοδίαιτη έκφραση.